Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Οι Σύγχρονες Βαβέλ του Μεταναστευτικού


Του Σάββα Καλεντερίδη* από την Ρήξη φ. 157
Το μεταναστευτικό ζήτημα είναι τεράστιο. Θα έλεγα ότι συγκαταλέγεται στα μείζονα εθνικά θέματα, πρώτο ίσως και από αυτό της εθνικής μας άμυνας. Και αυτό γιατί από την εξέλιξή του επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η εθνική μας άμυνα στην Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη, καθώς και η ίδια η δυνατότητα του κράτους να διεξάγει έναν αμυντικό πόλεμο, αφού πρέπει να μη μας διαφεύγει ότι τον πόλεμο δεν τον διεξάγουν μόνο οι ένοπλές δυνάμεις, αλλά και όλες οι υπηρεσίες του κράτους, ενώ στην έκβασή του παίζει ρόλο και η στάση που τηρεί η κοινωνία. Χωρίς την υποστήριξη της κοινωνίας, δεν κερδίζεις τον πόλεμο.

Είναι αλήθεια ότι οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι ένα ζήτημα που επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και παραμέτρους. Οι πόλεμοι, η εκμετάλλευση και η λεηλασία των πλουτοπαραγωγικών πηγών πολλών χωρών επί δεκαετίες από την αποικιοκρατία, η εκμετάλλευση και η στρεβλή οικονομική ανάπτυξη με ευθύνη των μεγάλων και ισχυρών οικονομικά χωρών εις βάρος των μικρών και φτωχότερων, η κλιματική αλλαγή, οι πόλεμοι κ.ά. Όμως, από αυτούς τους παράγοντες κανονικά θα έπρεπε να επηρεάζονται, τηρουμένων των αναλογιών και με βάση τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, όλες οι χώρες που δυνητικά μπορούν να δεχτούν παράνομους μετανάστες.
Εδώ έχουμε το εξής φαινόμενο: Να εισέρχονται στην Ελλάδα από την Τουρκία κατά δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες παράνομα μετανάστες από δεκάδες χώρες, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τη γειτονική Βουλγαρία, όπου είναι και πιο εύκολο και λιγότερο επικίνδυνο να μπεις. Όμως, ω του θαύματος, οι μετανάστες προτιμούν την Ελλάδα. Οι λόγοι είναι οι εξής:
Πρώτον, η Βουλγαρία ξεκαθάρισε ότι δεν δέχεται μετανάστες. Μάλιστα, ψήφισε σχετικό νόμο στο κοινοβούλιο, με το οποίο δίνει εντολή στο υπουργείο Άμυνας να διαθέσει δύναμη χιλιάδων ανδρών, για την ενίσχυση των δυνάμεων συνοριοφυλακής του υπουργείο Εσωτερικών. Δεύτερον, η Ελλάδα στην ουσία ακολουθεί πολιτική ανοικτών συνόρων. Τρίτον, στόχος της Τουρκίας κατά προτεραιότητα είναι η Ελλάδα και όχι η Βουλγαρία.
Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι το πρόβλημα για τη χώρα μας έλαβε τεράστιες και μη διαχειρίσιμες διαστάσεις, όταν, προτού καν αναλάβει το υπουργείο Μετανάστευσης, η κ. Χριστοδουλοπούλου έκλεισε το κλειστό κέντρο της Αμυγδαλέζας και άνοιξε τα σύνορα για όλους. Από κει και μετά, το ζήτημα έγινε μη διαχειρίσιμο για την πατρίδα μας. Από κει και μετά, ο Ερντογάν αντιλήφθηκε ότι του χαρίσαμε ένα όπλο, με το οποίο αναβαθμίστηκε γεωπολιτικά η Τουρκία, με αντίστοιχη απομείωση της γεωπολιτικής αξίας της Ελλάδας.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της εθνικής ήττας που υποστήκαμε, η Ελλάδα έχασε το στρατηγικό πλεονέκτημα να είναι η χώρα-ρυθμιστής των ευρωτουρκικών σχέσεων και η Τουρκία έγινε ρυθμιστής της μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρώπης. Και σαν να μην έφθανε αυτό, την πληρώσαμε και με εννιά δισ. ευρώ και έχει ο Αλλάχ, αν η Ελλάδα δεν κατορθώσει να περιορίσει τις ροές με δικά της εθνικά μέσα.

Πρέπει, δε, να υπογραμμίσουμε ότι η Ελλάδα, στη διαχείριση αυτού του ζητήματος, πρέπει να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες και της προάσπισης των εθνικών της συμφερόντων και της εθνικής της άμυνας, που σε μεγάλο βαθμό είναι σε σύγκρουση μεταξύ τους.
Όμως, δεν υπάρχει πρόβλημα που δεν έχει τη λύση του. Όπως βρήκαν λύση τόσες χώρες και προστατεύουν τα σύνορά τους, χωρίς να παραβιάζουν τις διεθνείς συνθήκες που αφορούν το θέμα, έτσι πρέπει να βρει και η Ελλάδα, για να μην μετατραπεί σε λίγα χρόνια σε μια ημιμουσουλμανική χώρα, κάτι που αποτελεί διακηρυγμένη εθνική επιδίωξη της Τουρκίας από την εποχή του Ντεμιρέλ, μετά του Οζάλ και τώρα του Ερντογάν.
Χρειάζεται ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο διαχείρισης του θέματος, που να λαμβάνει υπ’ όψιν του όλες τις παραμέτρους που αναφέρθηκαν πιο πάνω και το θέμα θα αντιμετωπιστεί χωρίς να παραβιάζονται τα δικαιώματα των αλλοδαπών που θέλουν να εισέλθουν στην Ελλάδα. Αν η Ελλάδα μελετήσει το σχέδιο της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, ακόμα και της Βουλγαρίας, θα βρει τη χρυσή τομή για το δικό της εθνικό σχέδιο.
Όμως, για να γίνει αυτό, χρειάζεται πολιτική βούληση, η οποία μέχρι τώρα επηρεάζεται από διάφορους ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες, που δεν επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να λειτουργήσουν όπως επιβάλλεται από τα εθνικά μας συμφέροντα. Οι ΜΚΟ, το μαύρο χρήμα που διαχειρίζονται, τα κεφάλαια από την ίδια την Ε.Ε., εκμαυλίζουν δικηγόρους, γιατρούς, δημοσιογράφους, ξενοδόχους, ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, επαγγελματίες στα νησιά και σε άλλες περιοχές, πολιτικούς κ.λπ. Αν αντιμετωπιστεί αυτό, τότε θα καταστεί δυνατή η εξεύρεση λύσης.


* Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Ρακκά, Σύγχρονες Βαβέλ, που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020 στη Λιβαδειά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου