Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, η πίστη «πολύσημός ἐστι λέξις· καί νῦν μέν τοῦτο, νῦν δέ ἐκεῖνο σημαίνει»[1]. Η πίστη μπορεί να σημαίνει: την έμφυτη θρησκευτική ορμή, μία αμοιβαία εμπιστοσύνη (faith), ένα ορισμένο (ιδεολογικο-πολιτικό ή θρησκευτικό και φιλοσοφικό) <Πιστεύω> (belief), τη συνειδητή ή ασυνείδητη (προτασιακό αίσθημα, ενορατική κρίση, το αίσθημα της «διανοητικής πίστης» κ.λπ.) παραδοχή ύπαρξης γεγονότων ή πραγμάτων μη παρόντων, αναγνώριση (πεποίθηση) για το αληθές μιας διδασκαλίας, ελπίδα, α-κλόνητη βεβαιότητα και γνησιότητα του περιεχομένου τής χριστιανικής διδασκαλίας[2].
Οι φιλοσοφικές θεωρίες για την πίστη μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες: α) συναισθηματικές, β) βουλητικές και γ) διανοητικές (βλ. λογική πίστη). Ο Άγγλος κοινωνικός ανθρωπολόγος Robin Horton κάνει διάκριση μεταξύ «ανοικτών» και «κλειστών» συστημάτων πίστης. Σε ένα κλειστό σύστημα





