Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας ετεροδόξων και αλλοθρήσκων στη σύγχρονη κοινωνία

Γράφει ο Ιωάννης Ν. Λίλης Διδάκτωρ Θεολογίας Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Διδάσκων Δογματική και Συμβολική
στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Ηρακλείου Κρήτης
pasxa-keria-ekklhsia
Διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας ετεροδόξων και αλλοθρήσκων στη σύγχρονη κοινωνία[1]
            Αναμφισβήτητα οι διαφορές μεταξύ του Χριστιανισμού και των υπολοίπων θρησκειών αλλά και μεταξύ των ίδιων των χριστιανικών ομολογιών, Ορθοδοξίας, Ρωμαιοκαθολικισμού και Προτεσταντισμού, αποτυπώνονται κυρίως στα μνημεία του πολιτισμού. Το μεταφυσικό στοιχείο της θρησκείας πάντοτε υπάρχει, αλλά δεν παύει ποτέ να αφήνει την αποτύπωση του μέσα στην ιστορία και τον πολιτισμό της˙ κυριότερη απόδειξη είναι οι ναοί ως τόποι λατρείας της κάθε θρησκείας. Διαφορετικά οι θρησκείες αν δεν ακουμπήσουν την ύπαρξη του ανθρώπου, την ιστορία και τον πολιτισμό του δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Μάλιστα ο Χριστιανισμός τονίζει ιδιαίτερα τη σχέση του με τον πολιτισμό..
κάθε εποχής, καθώς ο αρχηγός της πίστεως του, ο Ιησούς Χριστός, κατά τη ρητή μαρτυρία της Αγίας Γραφής και της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, έγινε άνθρωπος και προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση για να την θεραπεύσει από την φθορά και το θάνατο. Επίσης με το βάπτισμα Του, στον Ιορδάνη ποταμό, ακούμπησε το νερό, που εκπροσωπεί ολόκληρη την υπόλοιπη φύση, και επομένως είναι δεδομένη, μετά το βάπτισμα του, η άμεση επαφή του και με την υπόλοιπη δημιουργία.
Μνημεία πολιτισμού ονομάζουμε τους χώρους όπου λαμβάνει τόπο η λατρεία κάθε θρησκείας, όπως οι ναοί, τα τεμένη, οι συναγωγές, αλλά και τα θεμελιώδη κείμενα μιας θρησκείας, δηλαδή η Αγία Γραφή, τα λειτουργικά κείμενα της θείας λατρείας, το Κοράνιο, οι Βέδες και οι Ουπανισάδες του Ινδουισμού, ο Κανόνας Πάλι του Βουδισμού. Μνημείο πολιτισμού όμως είναι και η γενικότερη ζωή που διαμορφώνει η θρησκεία μέσα στην κοινωνία. Ο γάμος του σύγχρονου αστικού κώδικα έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα από τον χριστιανικό γάμο, ο οποίος είναι βασικότατο μυστήριο της ορθοδόξου εκκλησίας, όπως θεμελιώνεται στην περίφημη βιβλική διήγηση του γάμου της Κανά. Ήδη το ρωμαϊκό δίκαιο κατά τη βυζαντινή περίοδο είχε προβεί σε αυτήν την πρόσληψη και μέσω αυτού την υιοθέτησαν όλες οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Ένα καθαρά εκκλησιαστικό γεγονός επηρέασε ιδιαίτερα τη νομική συμπεριφορά ενός πολιτισμού. Άλλωστε η προσφορά της οικογένειας μέσα στην κοινωνία και το Έθνος οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στις χριστιανικές αρχές, με τις οποίες έχει εμποτιστεί, και λιγότερο στα νομικά στηρίγματα, τα οποία είναι πάντοτε σεβαστά και αναγκαία, αλλά τα εξωτερικά στοιχεία που έρχονται εκ των υστέρων να στηρίξουν τη ζωή. Το ίδιο βέβαια παρατηρείται και με άλλα μυστήρια και λειτουργικούς τύπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το όνομα που θα μας συνοδεύει για πάντα στη ζωή μας, συνδέεται άμεσα με το χριστιανικό βάπτισμα και την ένταξη μας στο Σώμα της Εκκλησίας, παρότι η ονοματοδοσία νομικά δεν συνδέεται με το ορθόδοξο λειτουργικό τυπικό, αλλά με τις νομικές διαδικασίες του κράτους. Όμως, αναφορικά με την Ορθοδοξία, πρέπει να τονίσουμε πως η χριστιανική λατρεία προσέφερε και μία άλλη ανεκτίμητη πρόσφορα. Σε δύσκολες εποχές, όπως η Τουρκοκρατία, έσωσε την ελληνική γλώσσα μέσω των λειτουργικών της κειμένων. Έτσι η φροντίδα του ιερέα και του ψάλτη, κατά τα 400 χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας, να αφήσει έναν καινούριο ιερέα και ψάλτη, όταν αυτός θα έφευγε από την ενορία, συνεπαγόταν αυτομάτως εκμάθηση και συνέχιση της ελληνικής γλώσσας, πραγματικότητα που συνεχίστηκε μέχρι το 1827, ημέρα καταρτίσεως του μαρτυρικού εκείνου Συντάγματος της Τροιζήνας, το οποίο ανεπαισθήτως περιέλαβε την Εκκλησία στους κόλπους του, ως τροφό της γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού.
Εξάλλου και άλλες συμπεριφορές της σύγχρονης ζωής μαρτυρούν έντονο το ορθόδοξο χριστιανικό στοιχείο. Τα ήθη και τα έθιμα, οι επίσημες εορτές και οι αργίες της σύγχρονης πολιτικής ζωής του ελληνισμού, είναι βαθύτατα επηρεασμένες από τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό. Το συντριπτικό ποσοστό των εκφράσεων και των παροιμιών της καθημερινής μας ομιλίας είναι καθαρά βιβλικό, άμεσα επηρεασμένο από την Αγία Γραφή και τη λειτουργική ζωή, και ένα μικρό ποσοστό είναι επηρεασμένο από την Αρχαία Ελλάδα. Θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε εκατοντάδες εκφράσεις της ομιλίας μας που προέρχονται ακριβώς από τα δύο μεγάλα κομμάτια της Βίβλου, την  Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ανεβαίνει το Γολγοθά του, ούτε φωνή ούτε ακρόασις που λέχθηκε στο περιστατικό με τον προφήτη Ηλία, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων του Σαμψών, όταν έριχνε τις δύο κολόνες, ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης, του βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης Εκκλησιαστής, αλλά και περιστατικά από την Αγία Γραφή είναι ιδιαίτερα γνωστά στο λαό. Όλα τα παραπάνω, που δείχνουν έκδηλα τον επηρεασμό της καθημερινής ζωής των Ελλήνων από την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, αποτυπώνονται καθαρά στα μνημεία του πολιτισμού του. Επομένως και μόνο η θέα ενός χριστιανικού ναού είναι ικανή να μαρτυρήσει πολλά για τη διδασκαλία της συγκεκριμένης ομολογίας και τις διαφορές της από άλλες χριστιανικές ομολογίες ή θρησκείες.
Στον Χριστιανισμό υπάρχουν σήμερα τρεις βασικές ομολογίες : η Ορθοδοξία, ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός. Οι άνθρωποι που ανήκουν στις άλλες ομολογίες ονομάζονται ετερόδοξοι, (άλλο δόγμα) ενώ οι άνθρωποι που ανήκουν στις άλλες θρησκείες, όπως ο Βουδισμός, ο Ινδουισμός, ο Μουσουλμανισμός ονομάζονται αλλόθρησκοι (άλλη θρησκεία). Οι τρεις προαναφερθέντες βασικοί κλάδοι του Χριστιανισμού δεν υπάρχουν βέβαια από τη γένεση του Χριστιανικής Θρησκείας, αλλά διαιρέθηκαν μέσα στο διάβα των αιώνων λόγω του διαφορετικού τρόπου, με τον οποίο οργανώνεται η Εκκλησία σε κάθε ομολογία. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αποσκίρτησε πρώτη τον 11ο μ.Χ. αιώνα, και συγκεκριμένα το 1054, και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έφυγε η λεγόμενη Προτεσταντική το 1517, πέντε αιώνες αργότερα.
Η διαφοροποίηση των τριών ομολογιών έγκειται στον διαφορετικό τρόπο, με τον οποίο οργανώνεται σε κάθε μία η Εκκλησία. Έτσι παρατηρούμε πως στην Ορθοδοξία η Εκκλησία γεννήθηκε και παρέμεινε διακονία, και «κοινωνία» χωρίς να μεταβληθεί σε κράτος. Είχε σχέσεις συνεργασίας με τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, για θέματα κοινού ενδιαφέροντος, όμως ποτέ η ίδια δεν έγινε κράτος. Αντιθέτως στο Ρωμαιοκαθολικισμό η Εκκλησία έγινε κράτος κατά τα ακριβή πρότυπα των κοσμικών κρατών. Από τον 8ο αιώνα και μετά ο Μέγας Κάρολος δώρισε στην ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το περίφημο παπικό κράτος, το οποίο άρχισε να οργανώνεται και να δραστηριοποιείται παράλληλα με το ανερχόμενο τότε ισχυρό φραγκικό κράτος. Φυσικά και το Βατικανό βρήκε πολλά θεωρητικά ερείσματα για να στηρίξει την κρατική του κυριαρχία, όπως το έργο του ιερού Αυγουστίνου η Πολιτεία του Θεού, στο οποίο λέγεται ρητώς πως δύο εξουσίες έχουν δοθεί από το Θεό η εκκλησιαστική και η πολιτική˙ ανώτερη είναι η εκκλησιαστική στην οποία πρέπει να υποτάσσεται η πολιτική. Όμως σίγουρα τα περισσότερα βρίσκονται στον αντίποδα αυτής της απόψεως όπως και η ίδια η στάση του Χριστού, ο οποίος χωρίς να ματώσει ρουθούνι και χωρίς στρατούς και κρατική δύναμη, εφόσον κατά τη δική του ομολογία η εξουσία του ουκ εστι εκ του κόσμου τούτου, με το κήρυγμα της Σωτηρίας και της Αναστάσεως κατέκτησε ολόκληρο τον κόσμο και χώρισε την ιστορία στα δύο.
Η Προτεσταντική Εκκλησία δεν οργανώνεται ούτε ως διακονία ούτε ως κράτος. Οργανώνεται ως επιχείρηση και σωματείο. Το 1517 ο μέχρι τότε ρωμαιοκαθολικός μοναχός Λούθηρος, στην προσπάθεια του να αντιδράσει στην εξουσιαστική συμπεριφορά της Καθολικής Εκκλησίας και αφού θυροκόλλησε τις 95 καυστικές του θέσεις γραπτώς έξω από τον ανακτορικό ναό της Βιττεμβέργης, αντί να προσφύγει στην πρώτη εκκλησία από την οποία είχε φύγει ο Πάπας το 1054, δηλαδή στην Ορθοδοξία, δημιούργησε μία δική του Εκκλησία, η οποία ξέφυγε ακόμα περισσότερο από τα σωστά θεμέλια του παρελθόντος. Έτσι παρουσιάστηκαν δύο φαινόμενα : α) Στην προσπάθεια της να ξεφύγει από τα κρατικά δεσμά της Ρωμαιοκαθολικής, ξερίζωσε βασικά σημεία της παράδοσης επειδή τα ταύτιζε με την εξουσία του Πάπα, όπως ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει η ιερωσύνη (σήμερα δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο πάστορας είναι φορέας ιερωσύνης˙ ουσιαστικά είναι δάσκαλος) και β) διατήρησε τις επικίνδυνες σχέσεις με την εξουσία καθώς οι ηγεμόνες των δυτικών κρατιδίων την εκμεταλλεύτηκαν για να ξεφύγουν από την θρησκευτική αλλά ταυτόχρονα και πολιτική επιρροή του Πάπα.
Μέχρι σήμερα αυτές είναι οι βασικές διαφορές των τριών χριστιανικών ομολογιών. Η ορθοδοξία χαρακτηρίζεται για το ότι κράτησε το χαρακτήρα της διακονίας, όπως τον έδωσε ο Χριστός που ζήτησε από τους μαθητές του κατά το Μυστικό Δείπνο να παραμείνουν διάκονοι των αδερφών τους, ο ρωμαιοκαθολικισμός για το ότι έγινε κράτος και ο Προτεσταντισμός σωματείο και επιχείρηση. Οι δογματικές διαφορές και η διατύπωση τους καθώς και οποιαδήποτε άλλη διαφορά παρατηρείται μεταξύ των τριών ομολογιών, έχει άμεση σχέση με τον τρόπο οργάνωσης της κάθε Εκκλησίας. Κλασικό παράδειγμα είναι το filioque, δηλαδή η έκφραση και εκ του Υιού, στο Σύμβολο της Πίστεως. Στο σημείο του Συμβόλου «Και καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τἍγιον, τὸ Κύριον, τὸ ζωοποιὸν, τἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον» η Καθολική εκκλησία προσθέτει «τἐκ τοῦ Πατρὸς καἐκ τοῦ Υἰοῦ (=filioque στα λατινικά) ἐκπορευόμενον» με αποτέλεσμα αυτή η προσθήκη να μειώνει εξαιρετικά το Άγιο Πνεύμα έναντι των άλλο δύο προσώπων πέρα από την εύλογη απορία, μήπως με τη σειρά του και το Άγιο Πνεύμα γεννάει κάποιο άλλο τέταρτο πρόσωπο στην Τριάδα, αφού το ιδίωμα της γεννήσεως με την προσθήκη του filioque παύει πλέον να είναι αποκλειστικό ιδίωμα μόνο ενός προσώπου, του Πατρός, γίνεται και του Υιού, και συνεπώς γιατί να μην μπορεί να μεταδοθεί και στο Άγιο Πνεύμα. Η προσθήκη επομένως του filioque βάζει σε επικίνδυνη θέση και την μοναδικότητα του ενός Θεού που εκφράζεται σε τρία πρόσωπα τον Πατέρα τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα.
Όσο και αν φαίνεται παράξενο, το filioque διατυπώθηκε από την ορθόδοξη Εκκλησία τον 6ο μ.Χ. όταν ακόμα ο χριστιανισμός δεν είχε ακόμα διαιρεθεί, για αγαθούς σκοπούς. Συγκεκριμένα διατυπώθηκε στην Ισπανία για να αντιμετωπιστούν κάποια υπολείμματα της αιρέσεως του Αρείου, η οποία υποτιμούσε ιδιαίτερα το πρόσωπο του Υιού έναντι του Πατρός. Στην προσπάθεια ακριβώς να υπερτιμηθεί ο Υιός (στη διατύπωση εννοείται) και να θεωρηθεί ισότιμο πρόσωπο ίδιας ουσίας με τον Πατέρα, η Εκκλησία επέτρεψε στο Σύμβολο την έκφραση καἐκ τοῦ Υἰομόνο για την Ισπανία. Στο υπόλοιπο Βυζάντιο δεν χρειαζόταν η προσθήκη εφόσον εκεί η αίρεση του Αρείου είχε εξαλειφθεί πλήρως. Η φράση υπήρχε και δεν ενοχλούσε κανέναν.
Όταν όμως ο Μέγας Κάρολος κατά τον όγδοο αιώνα, και συγκεκριμένα το 767, θέλησε να επεκτείνει το δυτικό φραγκικό κράτος προς την Ανατολή, στον επεκτατικό του αγώνα είχε την ανάγκη και μίας πνευματικής παρακαταθήκης που θα τον διαφοροποιούσε από την Ανατολή. Τότε ανέσυρε την παλιά ισπανική προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως ως πνευματική διαφοροποίηση από το Βυζάντιο. Ο πάπας Λέων ο Γ΄ αντέδρασε έντονα διότι αυτή η προσθήκη ήταν σαφής παραχάραξη του Συμβόλου της Πίστεως, αλλά ήταν πλέον αργά καθώς ο Μέγας Κάρολος ήδη είχε παραδώσει εδάφη στον Πάπα, όταν έδιωξε τους Λογγοβάρδους από τη βόρεια Ιταλία. Έτσι ο Πάπας και οι διάδοχοι του αναγκάστηκαν να δεχτούν την τετελεσμένη προσθήκη στο Σύμβολο. Τότε, το filioque έγινε μεγίστη δογματική διαφορά μεταξύ των δύο Εκκλησιών, όταν συνδέθηκε με τον μετασχηματισμό της δυτικής εκκλησίας σε κράτος. Η τυπική κατοχύρωση του οριστικού Σχίσματος, 3 αιώνες, αργότερα με την κατάθεση των αφορισμών και των δύο Εκκλησίων στην Αγία Σοφία απλώς επικύρωσε τυπικά αυτήν τη διαφορά, η οποία κυοφορούνταν αιώνες.
Ο ιδρυτής της Προτεσταντικής Εκκλησίας, Λούθηρος, κράτησε το filioque στα δογματικά σύμβολα τη Εκκλησίας που δημιούργησε. Η εν λόγω διατήρηση δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς και η δική του εκκλησία δημιουργήθηκε μέσα σε ένα θεσμικό κλίμα αντίδρασης προς την κατεστημένη εξουσία της Αγίας Έδρας όπου κυριαρχεί ο αντιεξουσιαστικός θεσμός και όχι ο αγιασμός της ενιαίας υπάρξεως του ανθρώπου.
α. Το δόγμα
Το δόγμα που πιστεύει η ορθόδοξη Εκκλησία είναι πως ο Τριαδικός Θεός είναι ένας που εκφράζεται με τρία πρόσωπα τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Είναι Ένας γιατί από το Ένα πρόσωπο, αυτό του Πατέρα, προέρχονται τα άλλα δύο πρόσωπα, ο Υιός και Λόγος του Πατρός και το Άγιο Πνεύμα. Τηρουμένων των αναλογιών ανάλογη εμπειρία έχουμε και από τη δική μας ζωή καθώς ο κάθε άνθρωπος, που είναι ένας, έχει το λόγο του (την ομιλία του που προέρχεται από το νου του), και το πνεύμα του, την πνοή του, που δίνει την κίνηση στην ύπαρξη του. Σε εμάς όμως ο λόγος μας και το πνεύμα μας δεν είναι ξεχωριστά, διακεκριμένα, πρόσωπα, και γι’ αυτό εμείς δεν είμαστε ένας άνθρωπος που εκφράζεται σε τρία πρόσωπα αλλά ένας άνθρωπος και ένα πρόσωπο που έχει λόγο και πνεύμα ανυπόστατα, χωρίς να είναι ενυπόστατα κατά τη θεολογία, ξεχωριστά πρόσωπα. Ευλόγως και τα τρία πρόσωπα στην Αγία Τριάδα έχουν την ίδια ουσία και την ίδια ενέργεια όπως και ο δικός μας λόγος και η πνοή μας είναι της ίδιας ουσίας με τη σύνολη προσωπικότητα μας. Είναι προφανές πως η φράση τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος «προέρχονται» από τον Πατέρα δεν σημαίνει κατωτερότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος όπως ακριβώς και η διαπίστωση ότι ο λόγος και το πνεύμα μας προέρχονται από την ύπαρξη μας δεν δείχνουν κατωτερότητα αλλά προέλευση, πέρα από το γεγονός ότι στην Αγία Τριάδα δεν υπάρχει και ο χρόνος, που αναγκαστικά φέρνει πάντοτε διαιρέσεις.
Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία μέχρι σήμερα δεν ξεφεύγει από τη λατρεία και την ομολογία του ενός και ίδιου Θεού με εμάς, όμως προσθέτοντας το filioque, δυσχεραίνει στη θεολογία εξόχως τη μοναδικότητα του ενός Θεού, τη θεολογική παρουσία του Αγίου Πνεύματος, πέρα από το γεγονός ότι θυμίζει έντονα την κρατική εξουσία του Ρωμαιοκαθολικισμού. Σήμερα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, δοθείσης ευκαιρίας, διαβάζει το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς το filioque όπως όταν τον Ιούνιο του 1995 ενώπιον του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, κατά την επίσκεψη του τελευταίου στο Βατικανό. Δεν διανοείται όμως ποτέ να απεκδυθεί των κρατικών της σχημάτων. Ένα ακόμα σημάδι της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας που δείχνει καθαρά πως το filioque είναι σημείο χωρισμού, ακόμα και αίρεσης, γιατί συνδέεται με την κρατική οργάνωση της δυτικής εκκλησίας.
Ο Προτεσταντισμός στις απαρχές του, όπως τον εξέφρασαν ο Λούθηρος,  Καλβίνος και ο Ζβίγγλιος δεχόταν τον ίδιο Θεό με εμάς και τους Ρωμαιοκαθολικούς όμως με την επικίνδυνη προσθήκη του filioque και όλα τα παραλειπόμενα. Εδώ όμως υπάρχει και ένα ακόμα επιβαρυντικό στοιχείο. Καθώς δεν ξαναγύρισε στην αρχική εκκλησία από την οποία είχε αποσχισθεί το Βατικανό, με τα στοιχεία της διακονίας, δημιούργησε με τη σειρά της ένα ακόμα σχίσμα μέσα στην εκκλησία. Έτσι το παράδειγμα αυτής της εκκλησίας έδωσε πρόσφορο έδαφος για συνεχή δημιουργία καινούριων εκκλησιαστικών σχισμάτων, με τις ανάλογες θεολογικές διαφοροποιήσεις. Ήδη από την πρώτη ημέρα του Προτεσταντισμού φάνηκε αυτή η κατάσταση στη διαφοροποίηση του Ζβίγγλιου και του Καλβίνου από τον Λούθηρο. Ακόμα και οι τρεις πρώτοι μεταρρυθμιστές δεν συμφωνούν εντελώς μεταξύ τους.  Από τότε μέχρι σήμερα ο Προτεσταντισμός διαχωρίστηκε σε 500 παρακλάδια, αμερικανικής κυρίως προελεύσεως, τα οποία αρνιούνται την ύπαρξη της Αγίας Τριάδας. Οι μάρτυρες του Ιεχωβά, σύγχρονο παρακλάδι του Προτεσταντισμού, δέχονται μόνο τον Πατέρα χωρίς τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Τα τελευταία μάλιστα 15 χρόνια πρόσθεσαν την επωνυμία Χριστιανοί μάρτυρες το Ιεχωβά προς άγρα ψήφων καθώς εξακολουθούν να μην αναγνωρίζουν τον Ιησού Χριστό ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Οι Πεντηκοστιανοί, έτερο προτεσταντικό παρακλάδι, δέχονται μόνο το Άγιο Πνεύμα. Οι Αγγλοσάξωνες όμως, Προτεστάντες της Αγγλίας που διατηρούν εξωτερικά το ρωμαιοκαθολικό λειτουργικό τυπικό (στη λατρεία και στα άμφια των κληρικών), δεν μπορούν να συγκριθούν με τους Ιεχωβάδες καθώς πιστεύουν στην Αγία Τριάδα, αλλά βέβαια με το filioque, και τα κρατικά κατάλοιπα – η Βασίλισσα της Αγγλίας είναι υποχρεωτικά και αρχηγός της Εκκλησίας, καθώς η Αγγλοσαξωνική Προτεσταντική Εκκλησία είναι κρατική, όχι το σύστημα της Νόμω Κρατούσης Πολιτείας, όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα).
Υπάρχει και μία άλλη χριστιανική ομολογία που είναι γνωστή ως μονοφυσίτες, οι λεγόμενοι Κόπτες. Κόπτης θα πει Αιγύπτιος. Η συγκεκριμένη ομολογία του Χριστιανισμού έχει μεν σοβαρό δογματικό λάθος στη διδασκαλία της, αλλά δεν έπαψε να οργανώνεται ως διακονία, όπως απαιτούσε η πρώτη εκκλησία. Οι Κόπτες ως χριστιανική ομολογία που ανθεί στα μέρη της Συρίας και της Αιγύπτου, δέχεται την Αγία Τριάδα, προβαίνει στο σημείο του Σταυρού όπως οι ορθόδοξοι, όμως παραμένουν στην αίρεση καθώς κομματιάζει επικίνδυνα το Χριστό εφόσον δέχεται ότι ο Ιησούς Χριστός επί της γης ήταν μόνο Θεός, είχε μόνο τη θεϊκή φύση και όχι Θεάνθρωπος, δηλαδή να έχει και τη θεϊκή και την ανθρώπινη φύση. Έτσι όμως δεν φαίνεται η σωτηρία του ανθρώπου αφού ο Χριστός δεν προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, στην οποία εκπροσωπείται η δική μας ανθρώπινη φύση, για να τη θεώσει. Συνεπώς οι Κόπτες δέχονται και αυτοί την Αγία Τριάδα όπως εμείς, άλλωστε για πέντε αιώνες, μέχρι το 451 μ.Χ., ήμασταν ενωμένοι, όμως δεν συμφωνούμε καθόλου στη διδασκαλία τους για την επίγεια παρουσία του Χριστού.
Οι Εβραίοι δεν είναι χριστιανική ομολογία αλλά μία διαφορετική θρησκεία. Ονομάζεται και Ιουδαϊσμός ή Σημιτική θρησκεία από το όνομα Σημ τον μεγαλύτερο γιο του Νώε που βγήκε από την κιβωτό μετά τον περίφημο κατακλυσμό, κατά το βιβλίο Γένεσις της Παλαιάς Διαθήκης, και όλος ο Εβραϊκός λαός πήρε το όνομα του. Οι Εβραίοι από την Αγία Τριάδα δέχονται μόνο τον Πατέρα, όμως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε πως πιστεύουμε στον ίδιο Θεό, καθώς ο ολοκληρωμένος Θεός για εμάς είναι και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, καθώς είναι Ένας που εκφράζεται με τρία Πρόσωπα. Το όνομα Μεσσίας της Παλαιάς Διαθήκης για την Εβραϊκή θρησκεία δεν συνδέεται με τον Ιησού Χριστό – τον λυτρωτή από την ματαιότητα και το θάνατο – αλλά με κάποιο πρόσωπο που θα τους απελευθέρωνε από το Ρωμαϊκό ζυγό (είναι και εδώ έντονο το κρατικό στοιχείο) και εφόσον η Ρώμη έπεσε, σωτήρας δεν ήρθε και τον Χριστό δεν τον δέχτηκαν ως Σωτήρα από το θάνατο, είναι προφανές πως ακόμα περιμένουν τον Μεσσία.
Διαφορά όμως παρατηρείται και στα βιβλία που χρησιμοποιούν οι θρησκείες, όπου και αποτυπώνονται οι βασικές διδασκαλίες τους. Ο Ιουδαϊσμός, δηλαδή η εβραϊκή θρησκεία, χρησιμοποιεί ως ιερό κείμενο την Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως τα 49 βιβλία που χρησιμοποιούμε και εμείς, αλλά τα 39. Δεν δέχεται τα δέκα βιβλία που είτε γράφτηκαν κατευθείαν στα ελληνικά, είτε βρέθηκε μόνο η ελληνική τους μετάφραση. Επίσης δεν δέχονται τις ελληνικές προσθήκες στα βιβλία  Εσθήρ και Δανιήλ, τα οποία δεν συγκαταλέγονται στα προηγούμενα 10. Ο Μουσουλμανισμός ως ιερό κείμενο έχει το Κοράνιο. Περιέχει λόγους του Μωάμεθ και χωρίζεται σε 114 κεφάλαια, σούρες, δηλαδή αποκαλύψεις, όπως ονομάζονται. Ο Ινδουϊσμός ως ιερό βιβλίο έχει τις Βέδες και τις Ουπανισάδες δύο σειρές βιβλίων που γράφτηκαν από το 1500 έως το 1000 π.Χ. οι Βέδες και από το 800 έως το 500 οι Ουπανισάδες. Ο Βουδισμός έχει ως ιερό βιβλίο τον Κανόνα Πάλι, κείμενα γραμμένα στη γλώσσα πάλι, η οποία είναι η δημοτική της σανσκριτικής και περιέχει πληροφορίες για τη ζωή του Βούδα. Ο Χριστιανισμός ως ιερά βιβλία έχει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη που ονομάζονται μαζί Αγία Γραφή ή Βίβλος. Το όνομα Βίβλος δεν το συνηθίζουμε στην ορθοδοξία αλλά κυρίως στον προτεσταντικό χώρο, όμως ιστορικώς ο όρος είναι σωστός καθώς στην αρχαία πόλη Βύβλος, στα παράλια της Φοινίκης, γινόταν η μεγαλύτερη παραγωγή παπύρου, με κατάλληλη επεξεργασία από το φυτό του Νείλου, και όταν ο Γουτεμβέργιος τον 15ο αιώνα ανακάλυπτε την τυπογραφία σκέφτηκε πως το πρώτο βιβλίο που θα τυπώνονταν στην παγκόσμια φιλολογία θα έπρεπε, για λόγους ιστορικής μνήμης, να φέρει το όνομα της ιστορικής πόλης με τη μεγαλύτερη παραγωγή παπύρου και να ονομαστεί Βίβλος. Η Αγία Γραφή, ως το βιβλίο που τελικά επιλέχτηκε από τον Γουτεμβέργιο, φέρει δικαίως το όνομα της αρχαίας αυτής πόλης και για τους ορθοδόξους.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία από την Παλαιά Διαθήκη δέχεται τα 39 βιβλία της εβραϊκής παραδόσεως και δέκα ακόμα : Α΄ Έσδρας, Τωβίτ, Ιουδίθ, Α, Β΄ Γ΄ Μακκαβαίων, Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ, Βαρούχ και Επιστολή Ιερεμίου. Συνεπώς η ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται 49 βιβλία. Αυτά τα 10 η Ιουδαϊκή Βίβλος δεν τα δέχεται γιατί, είτε γράφτηκαν πρωτοτύπως μόνο στα ελληνικά, όπως η Σοφία Σολομώντος, Α΄, Β΄, Γ΄ Μακαββαίων,[2] είτε βρέθηκε μόνο η ελληνική τους μετάφραση. Όμως εκτός από αυτά τα δέκα υπάρχουν εκτενείς προσθήκες στην ελληνική γλώσσα στα βιβλία Εσθήρ και Δανιήλ. Εννοείται πως και αυτές τις ελληνικές προσθήκες δεν δέχονται οι Εβραίοι στη Βίβλο τους ενώ δέχονται το υπόλοιπο μέρος των βιβλίων αυτών. Οι Ρωμαιοκαθολικοί από τα 49 βιβλία δέχονται τα 47, (δεν δέχονται το Α΄ Έσδρας και το Γ΄ Μακκαβαίων) όμως τα αριθμούν σε 46 καθώς δύο ξεχωριστά βιβλία του δικού μας κανόνα Βαρούχ και Επιστολή Ιερεμίου στους Ρωμαιοκαθολικούς είναι ένα. Οι Προτεστάντες δέχονται τα 39 βιβλία του Εβραϊκού κανόνα.
Διαφορά μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχει και στη διδασκαλία για την Παναγία. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δέχεται πως η Παναγία δεν φέρει το προπατορικό αμάρτημα, κάτι με το οποίο διαφωνεί σφόδρα η Ορθοδοξία. Είναι η διδασκαλία της λεγόμενης άσπιλης σύλληψης της Θεοτόκου. Αν διατυπώσουμε την άποψη πως η Παναγία δεν έφερε το προπατορικό αμάρτημα, τότε παραδεχόμαστε αυτομάτως πως η Παναγία δεν έχει ανάγκη θεραπείας και σωτηρίας˙ συνεπώς είναι θεός. Για την Ορθοδοξία η Παναγία δανείζει στον Υιό και Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση της, στην οποία εκπροσωπείται η φύση όλων των ανθρώπων, για να αγιάσει την ανθρωπότητα, όμως και η ίδια η Παναγία έχει πάντοτε την ίδια ανάγκη θεραπείας και αγιασμού. Γι’ αυτό και η ορθόδοξη θεολογία διδάσκει πως η Παναγία έφερε μόνο μία αμαρτία, αυτή του προπατορικού αμαρτήματος. Επομένως μπορούσε να αμαρτήσει αλλά δεν ήθελε, ενώ ο Χριστός και να ήθελε δεν μπορούσε να αμαρτήσει γιατί ήταν Θεός. Οι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι με το να την εμφανίζουν χωρίς ούτε το προπατορικό αμάρτημα, ουσιαστικά την εμφανίζουν χωρίς καμία διαφορά από τον Ιησού Χριστό.
β. Η αλήθεια του Θεού μέσα στις θρησκείες
Το έργο του Θεού είναι απόλυτο στην ιστορία και στην κτίση. Επομένως και όλες οι χριστιανικές ομολογίες αλλά και οι θρησκείες έχουν μέρος της αλήθειας. Η ορθοδοξία όμως έχει την πλήρη αλήθεια καθώς από αυτήν έφυγαν όλες οι σημερινές χριστιανικές ομολογίες και απομακρύνθηκαν οικειοθελώς από την αλήθεια. Άλλωστε πάντοτε το αληθινό είναι το πρωταρχικό, αυτό που προέρχεται από πολύ παλιά και αντέχει στο χρόνο. Τα λαμπρά μνημεία του εκκλησιαστικού πολιτισμού της Δύσεως που για 11 αιώνες, μέχρι το 1054, ήταν και δικά μας, η αναγνώριση κοινών αγίων μέχρι το επίσημο Σχίσμα (ο Πάπας Γρηγόριος ο Διάλογος είναι και δικός μας άγιος) μαρτυρούν ευθαρσώς αυτήν την αλήθεια.
Με αυτό το πρίσμα η Ορθοδοξία διατείνεται, πολύ ορθώς, πως είναι το αληθινό δόγμα ή ομολογία όταν συγκρίνεται με τις υπόλοιπες χριστιανικές ομολογίες ή η αληθινή θρησκεία όταν συγκρίνεται τις άλλες θρησκείες. Δεν κατέχει απλώς κάποια σωστή θεωρία, αλλά την πραγματική ζωή της χάριτος και του αγιασμού του ανθρώπου ως υπάρξεως, (και ποτέ ως κρατικού πολίτη – πιστού, όπως το βλέπει το Βατικανό), από την οποία τα άλλα παρακλάδια αποκόπηκαν.
Η έκφραση των θεολόγων «πως μόνο οι βαπτισμένοι ορθόδοξοι θα σωθούν» είναι πολύ σωστή, αλλά ισχύει μόνο για τους ανθρώπους και σε καμιά περίπτωση για το Θεό. Αν αυτή η πρόταση ίσχυε και για το Θεό, τότε θα έπρεπε ο Θεός να είναι δέσμιος των ανθρωπίνων σχημάτων υπακούοντας πιστά στους ανθρώπους. Αν πεθάνει ένας Μουσουλμάνος, ο οποίος ήταν αγνός και ταπεινός άνθρωπος, δεν θα ρωτήσει ο Θεός τους Ορθοδόξους αν του επιτρέπουν, κατά τους ιερούς κανόνες, να τον βάλει στον παράδεισο, γιατί ο Θεός είναι πέρα από ιερούς κανόνες. Οι ιεροί κανόνες, σωστοί και ευπρόσδεκτοι, είναι μόνο για τους ανθρώπους, στην προσπάθεια τους κρατηθούν στην αλήθεια και όχι βέβαια για το Θεό. Επειδή ο άνθρωπος είναι συγκεκριμένος και απτός, θέλει συγκεκριμένο και απτό δρόμο για να βρει το Θεό. Η χάρις που βγαίνει από αυτόν τον δρόμο είναι αόρατη όμως ο τρόπος για να διοχετευθεί στον άνθρωπο είναι ορατός και συγκεκριμένος, αυτός του σωστού δόγματος.
Φυσικά με τους αλλόθρησκους δεν πιστεύουμε στον ίδιο Θεό. Ο Ιουδαϊσμός δέχεται ως Θεό τον Γιαχβέ ή Ιεχωβά εβραϊκή βιβλική λέξη για το προσωνυμία του Θεού. Ο Βουδισμός τον Βούδα, το όνομα του οποίου είναι Σιντάρτα Γκαουντάμα. Ο Μουσουλμανισμός τον Αλλάχ, πρόσωπο που τον κατέστησε μοναδικό Θεό ουσιαστικά ο Μωάμεθ, μέσα σε αντίξοες συνθήκες καθώς ήταν αδιανόητο για το πολυθεϊστικό περιβάλλον του Ισλάμ να δεχτεί μόνον έναν Θεό. Ο Ινδουισμός δεν δέχεται θεό πρόσωπο και διδάσκει το Μπράχμαν, μία απρόσωπη αρχή αντί προσωπικού Θεού, και το Άτμαν ως το μέρος του Μπράχμαν που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Αβυσσαλέες διαφορές έχουμε και με τις πολυθεϊστικές θρησκείες, όπως συμβαίνει με το Σίντο, το οποίο είναι η θρησκεία των Ιαπώνων. Σίντο σημαίνει ο δρόμος των Θεών και δέχεται τις θεότητες τη θάλασσας , των βουνών των δέντρων, του ήλιου κ.τ.λ. κτ.λ.
Ο Βούδας (του Βουδισμού) ή το Μπράχμαν και το Άτμαν του Ινδουϊσμού δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τον Ιησού Χριστό και την Αγία Τριάδα. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για το Μουσουλμανισμό, ο οποίος δέχεται τον Ιησού Χριστό ως σημαντικό προφήτη του Αλλάχ μαζί με τον Μωάμεθ. Οι θεοί των άλλων θρησκειών είναι ή άνθρωποι με πολλά βεβαίως ξεχωριστά χαρίσματα, όπως ο Βούδας που ήταν ο γιος ενός ηγέτη του κράτους των Σάκυα, ή επινοήσεις του απλού λαού. Επίσης λαμπρές προσωπικότητες ενός λαού έχουν συμβάλλει στη διαμόρφωση της θρησκείας του συγκεκριμένου λαού. Ο Κομφούκιος για παράδειγμα είναι ένας μεγάλος δάσκαλος της κινέζικης θρησκείας που έζησε τον 5ο αιώνα π. Χ. (551 – 479 π.Χ.) διδάσκοντας την τάξη και την πειθαρχία μας έδωσε ένα ηθικοκοινωνικό σύστημα που επηρέασε ιδιαίτερα την θρησκεία και την κοινωνική ζωή των Κινέζων. Δεν είναι ανάγκη να αναφέρουμε πως ούτε με τους Εβραίους έχουμε τον ίδιο Θεό, και ας δέχονται από την Αγία Τριάδα το πρόσωπο του Πατέρα, γιατί ο Θεός, για να είναι ολοκληρωμένος και σωστά ομολογημένος, πρέπει να λατρεύεται και να διατυπώνεται ως Τριάδα προσώπων μίας αρχής, ουσίας και ενέργειας.
Ο αληθινός Θεός είναι η Αγία Τριάδα, την οποία αποκαλύπτει πάντοτε το δεύτερο πρόσωπο αυτής ο Υιός και Λόγος του Θεού. Μάλιστα το συγκεκριμένο πρόσωπο σε κάποια στιγμή της ιστορίας δεν φανερώνεται απλώς αμυδρά με μία θεοφάνεια της Παλαιάς Διαθήκη, αλλά αποκαλύπτεται όσο πληρέστερα μπορούσε : γίνεται άνθρωπος. Από την ώρα τη ενανθρώπισης και μετά ονομάζεται Χριστός, γιατί έχρισε, αγίασε, η θεική του φύση την ανθρώπινη. Αυτή η Χρίση όμως δεν εγγυάται την αυτόματη θεραπεία της δικής μας φύσης, ούτε προσφέρεται υποχρεωτικά στον άνθρωπο. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να ψάξει με πολύ μόχθο να βρει το Θεό και να καρπωθεί τη σωτηρία που έφερε ο Χριστός και κανενός την πόρτα δεν έρχεται να χτυπήσει υποχρεωτικά. Είτε ανήκει σε θρησκεία εκτός Χριστιανισμού είτε στον ίδιο το Χριστιανισμό, ακόμα και στην Ορθοδοξία, πρέπει να ψάξει ο ίδιος ο άνθρωπος με πολύ μόχθο να ανακαλύψει τον αληθινό Θεό, όπως συμβαίνει με όλα τα ανεκτίμητα πράγματα στη ζωή του.
  1. Τα μυστήρια
Τα μυστήρια στην Εκκλησία υπάρχουν για να προσφέρουν τον αγιασμό και τη θεραπεία της θείας χάριτος, στη συνολική ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά και στην υπόλοιπη δημιουργία. Είτε πούμε η χάρις του θεού, ή η θεία ενέργεια, ή ο αγιασμός (αγιαστική ενέργεια) θεολογικά είναι το ίδιο πράγμα. Η χάρις των μυστηρίων είναι του Θεού και γι’ αυτό είναι άκτιστη. Η εξωτερική οργάνωση των μυστηρίων είναι των ανθρώπων και γι’ αυτό παρουσιάζει εξελίξεις και αλλαγές. Τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης όπως τους γνωρίζουμε σήμερα δεν τους άφησε ο Χριστός, αλλά τους οργάνωσαν οι απόστολοι σύμφωνα με τις ανάγκες της πρώτης εκκλησίας. Άφησε όμως ως παρακαταθήκη τη χάρη και τη θεραπεία που προσφέρει η ιερωσύνη.
Και η διαφορά στον τρόπο που υπάρχουν τα μυστήρια στις τρεις ομολογίες δεν είναι άμοιρες των σχισματικών εξελίξεων μεταξύ των εκκλησιών, αλλά και της αποστάσεως που τις χωρίζει. Επειδή με τους ρωμαιοκαθολικούς ήμασταν ενωμένοι για 11 αιώνες με κοινά μυστήρια, δεν θεωρούμε τα μυστήρια τους εν ενεργεία έγκυρα, τα θεωρούμε όμως δυνάμει. Με άλλα λόγια δεν τα απορρίπτουμε εντελώς γιατί κάποτε ήμασταν μία εκκλησία και υποτίθεται πως μία μέρα πρέπει να ξαναενωθούμε. Αυτό φαίνεται καθαρά στον εξωτερικό τύπο. Όταν ένας Ρωμαιοκαθολικός δηλώσει την επιθυμία να γίνει ορθόδοξος, η ορθόδοξη εκκλησία προβαίνει μόνο στο Χρίσμα, το μυστήριο που ενεργοποιεί το βάπτισμα, και όχι στο ίδιο το βάπτισμα. Θεωρείται πως η ένταξη του συγκεκριμένου μέλους στην εκκλησία με το ρωμαιοκαθολικό βάπτισμα είναι δυνάμει έγκυρη και δε ξαναγίνεται ορθόδοξο βάπτισμα μέσα στην Εκκλησία. Δεν είναι όμως ενεργεία, και γι’ αυτό δεν δεχόμαστε το χρίσμα που ως μυστήριο ενεργοποιεί το βάπτισμα και όλα τα υπόλοιπα μυστήρια. Η αποδοχή όμως, εκ μέρους μας, του ρωμαιοκαθολικού βαπτίσματος μαρτυρεί πολλά για την ιστορία των δύο εκκλησιών. Είναι ευνόητο πως από τους Προτεστάντες δεν δεχόμαστε ούτε το βάπτισμα τους, αλλά τους ξαναβαπτίζουμε από την αρχή καθώς με αυτούς δεν έχουμε την ίδια κοντινή σχέση που έχουμε με τους Ρωμαιοκαθολικούς.
Και στην περίπτωση που ένας Κόπτης επιθυμήσει να επιστρέψει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εκκλησία προβαίνει μόνο στο Χρίσμα του συγκεκριμένου μέλους, δηλαδή στην ενεργοποίηση του βαπτίσματος για τον ίδιο λόγο που ισχύει και για τους Ρωμαιοκαθολικούς. Με τους Κόπτες ήμασταν επίσης ενωμένοι αλλά για πολύ λιγότερους αιώνες από ότι με τους Παπικούς. Η Εκκλησία στο εξωτερικό επιτρέπει ένα ορθόδοξο ιερέα να βαπτίσει κάποιον Κόπτη σε περίπτωση που δεν υπάρχει κοντά Κόπτης ιερέας. Αν ένας τέτοιο μέλος επιθυμήσει κάποια στιγμή να γίνει ορθόδοξος, τότε η ορθόδοξη εκκλησία ούτε τον ξαναβαπτίζει, ούτε τον ξαναχρίει επειδή είχε βαπτιστεί από ορθόδοξο ιερέα. Όπως είναι προφανές και αυτή η πρακτική δεν άμοιρη του θεολογικού παρελθόντος των δύο Εκκλησιών.
Η βάπτιση στην ορθόδοξη εκκλησία γίνεται στην νηπιακή ηλικία. Ο νηπιοβαπτισμός δικαιολογείται θεολογικά καθώς με τα μυστήρια συντελείται η θεραπεία της φύσεως μας, η οποία δεν έχει να κάνει με την επιθυμία μας. Το φάρμακο και οι γονείς μας, χωρίς να ερωτηθούμε, φροντίζουν για τη θεραπεία μας. Το ίδιο ισχύει για το βάπτισμα και για τη θεία κοινωνία στη νηπιακή ηλικία. Από την ώρα όμως που αρχίζει η πορεία της ενηλικίωσης και της ωρίμανσης, η θεραπευτική μας σωτηρία γίνεται θέμα καθαρά δική μας πρωτοβουλίας. Γι’ αυτό το λόγο η ορθόδοξη εκκλησία υιοθέτησε τον νηπιοβαπτισμό αλλά δεν απαγορεύει το βάπτισμα και στην ώριμη ηλικία, αρκεί να υπάρχει η ελεύθερη συγκατάθεση του νεοφώτιστου. Οι ρωμαιοκαθολικοί βαπτίζουν τα παιδιά στην ηλικία των 12 ετών με το επιχείρημα πως πρέπει το παιδί να έχει συνείδηση και να επιθυμήσει το ίδιο την ένταξη του στο Σώμα του Χριστού.
Η διαφορά μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας φαίνεται και στον τρόπο παροχής της θείας κοινωνίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία παρέχει ολοκληρωμένη τη θεία κοινωνία, ως ψωμί και κρασί, όπως το παρέδωσε ο Ιησούς Χριστός στο Μυστικό Δείπνο, μόνο στους κληρικούς. Οι λαϊκοί μεταλαμβάνουν μόνο το σώμα Κυρίου ως άζυμο ψωμί. Και αυτή η διάκριση εκτός του ότι είναι λάθος καθώς η εβραϊκή εορτή των αζύμων ξεκινούσε από την επόμενη ημέρα του Πάσχα, επομένως όταν έγινε ο Μυστικός Δείπνος δεν έτρωγαν άζυμα, όμως δεν είναι καθόλου άμοιρη και της εξουσιαστικής μορφής του Ρωμαιοκαθολικισμού. Οι κληρικοί ως οι άρχοντες του κράτους του Βατικανού (οι καρδινάλιοι είναι υπουργοί στο Βατικανό) ξεχωρίζουν σε όλα από τον λαό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προέβη ποτέ σε τέτοια διάκριση, καθώς η Ορθοδοξία ως Εκκλησία θεωρεί και τον κλήρο και τον λαό, χωρίς να κάνει καμία εξουσιαστική διάκριση μεταξύ τους.
Κατά το Μεσαίωνα η θεία κοινωνία είχε γίνει αντικείμενο εκτενής συζητήσεως μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών. Στην ερώτηση των θύραθεν πως γίνεται η μετατροπή των τιμίων δώρων σε ψωμί και κρασί, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διατύπωνε την άποψη πως το εσωτερικό του άρτου και του οίνου μετατρέπεται σε σώμα και αίμα, ενώ το εξωτερικό τους περίβλημα παραμένει ίδιο. Γι’ αυτήν τη θεωρία βασίστηκαν κατεξοχήν στη διδασκαλία του Αριστοτέλη, ο οποίος δίδασκε την ύλη, ως το εξωτερικό περίβλημα, και το εσωτερικό αυτής το είδος, όπου η ύλη παραμένει η ίδια και αλλάζει το εσωτερικό αυτής το είδος. Έτσι για την Καθολική Εκκλησία κατά τη θεία λειτουργία ο άρτος και ο οίνος παραμένουν εξωτερικά ίδια, ενώ το εσωτερικό τους αλλάζει και γίνεται σώμα και αίμα του Κυρίου. Είναι η διδασκαλία της μετουσίωσης (trasubstantiatio) όπου μεταποιείται το είδος δηλαδή το αόρατο κομμάτι. Ο Λούθηρος στην προσπάθεια του να χτυπήσει και αυτό το κομμάτι της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας προέβη σε άλλη θεωρία. Είπε πως κατά τη θεία λειτουργία ο Χριστός είναι και σωματικώς παρών καθώς δέχτηκε τη θεωρία της πανταχού παρουσίας του Θεού σωματικώς. Ο Καλβίνος υποστήριζε την άποψη πως την ώρα του μυστηρίου ενεργεί στους πιστούς η δύναμη του Χριστού. Ο Ζβίγγλιος, τρίτος μεταρρυθμιστής, έλεγε πως η θεία ευχαριστία είναι απλώς ένα σύμβολο.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διά στόματος Ιωάννου Δαμασκηνού και Γρηγορίου Παλαμά έχει εντελώς διαφορετική αντίληψη. Και οι δύο παραπάνω θεολόγοι λέγουν πως αν έχεις απορία πως μετατρέπονται τα τίμια δώρα σε ψωμί και κρασί, σου αρκεί να γνωρίζει πως μετατρέπονται με τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Οι ενέργειες του Τριαδικού Θεού κατεβαίνουν στη γη και αγιάζουν τη δημιουργία. Το ψωμί και το κρασί είναι το κατεξοχήν αγιασμένο κομμάτι της δημιουργίας. Το άφησε ο Σωτήρ, η πηγή του αγιασμού, εις την εμήν ανάμνηση κατά την ακριβή έκφραση του Κυρίου (Λουκ. 22, 19). Τα τίμια δώρα είναι αντίτυπα των μελλόντων και όχι αυτά τα ίδια ο Ιησούς Χριστός όπως έλεγε η μετουσίωση. Ο Χριστός αγιάζει και τα δώρα αγιάζονται και όλο το πλήρωμα της εκκλησίας μεταλαμβάνει των τιμίων δώρων για να καρπωθεί τον αγιασμό.
  1. Η ιερωσύνη
Οι βαθμοί της ιερωσύνης στην ορθοδοξία και στον ρωμαιοκαθολικισμό είναι τρεις : ο διάκονος, ο πρεσβύτερος και ο επίσκοπος. Η αντίληψη των τριών χριστιανικών ομολογιών για τον ρόλο και την αποστολή της ιερωσύνης δεν είναι η ίδια. Στην ορθοδοξία η συντριπτική πλειοψηφία των κληρικών που ανήκουν στους βαθμούς του διακόνου και του πρεσβυτέρου είναι έγγαμοι ενώ πολύ λίγοι είναι οι άγαμοι κληρικοί, αυτοί που έχουν ασπαστεί τον μοναχισμό. Η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου υπάρχει στην ορθόδοξη εκκλησία μόνο για το βαθμό του επισκόπου.
Αντιθέτως στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία όλοι οι κληρικοί και των τριών βαθμίδων είναι υποχρεωτικά άγαμοι. Ένα ακόμα σημείο που δείχνει το άτεγκτο κρατικό σύστημα του Βατικανού. Πριν από δύο δεκαετίες περίπου υπολογίζοντας το Βατικανό τις αντιδράσεις και τη λειψανδρία που προκαλούσε η υποχρεωτική αγαμία όλων των κληρικών προέβη σε μία αλλαγή. Επέτρεψε το έγγαμο των κληρικών αλλά μόνο για το βαθμό του διακόνου και έτσι σήμερα, για πρώτη φορά στην ιστορία του ρωμαιοκαθολικισμού, υπάρχουν έγγαμοι κληρικοί αλλά δεν μπορούν να γίνουν ιερείς, πρεσβύτεροι, και να λειτουργήσουν.
Κάτι ανάλογο βεβαία υπάρχει και στις τάξεις των λαϊκών. Η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζει μόνο έναν γάμο και δεν παραχωρεί ποτέ διαζύγιο. Τα μέλη της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας που επιθυμούν να ξαναπαντρευτούν προβαίνουν αναγκαστικά στον πολιτικό γάμο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει τρεις γάμους και μπορεί να παραχωρήσει τρία διαζύγια, δηλαδή τρεις πνευματικές λύσεις του ορθοδόξου γάμου. Η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου υπάρχει στην ορθόδοξη εκκλησία μόνο για το βαθμό του επισκόπου.
Το διοικητικό όργανο της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι η Σύνοδος. Ο Πατριάρχης ή ο Αρχιεπίσκοπος, ως προκαθήμενοι των εκκλησιών, είναι πρώτοι μεταξύ ίσων και στις εκλογές των επισκόπων δεν επιτρέπεται να ψηφίσουν για να διαφυλαχθεί το δημοκρατικό σύστημα της Εκκλησίας. Ο μόνος από τους προκαθημένους που ψηφίζει είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, γιατί σύμφωνα με τον Τόμο του 1928 προκαθήμενος ουσιαστικά δεν είναι αυτός αλλά η διαρκής Ιερά Σύνοδος των 12 επισκόπων από τους 80 της Βορείου Ελλάδος. Στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν υπάρχει Σύνοδος. Υπάρχει το κολλέγιο των καρδιναλίων (οι καρδινάλιοι είναι ανώτεροι από τους Επισκόπους και είναι οι υπουργοί του κράτους του Βατικανού), όμως η ψήφος τους δεν έχει καμία βαρύτητα μπροστά στην απόφαση του Πάπα. Μόνο η δική του γνώμη εισακούεται και ας διαφωνούν όλοι οι καρδινάλιοι μαζί του.
Η εξωτερική αμφίεση των κληρικών των δύο ομολογιών επίσης διαφέρει. Οι παπικοί κληρικοί στο δρόμο εμφανίζονται όπως οι λαϊκοί, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ένδυμα. Και ο ίδιος ο Πάπας επιτρέπεται να βγάλει τα ιερατικά του ρούχα και με μια απλή αμφίεση λαϊκού να πάει κάπου απλά, αρκεί να μην δίνει στόχο, καθώς η διακριτική του εμφάνιση είναι υποχρεωτική στις επίσημες εμφανίσεις του. Σε μερικά μέρη όπου υπάρχει έντονο το ορθόδοξο στοιχείο αλλά με πολλά προβλήματα, όπως οι χώρες του πρώην σοβιετικού σοσιαλισμού, η ρωμαιοκαθολική εκκλησία εμφανίζεται εξόχως διπλωματική και πονηρή. Επιτρέπει στους κληρικούς της να φορούν τα ορθόδοξα ράσα, να λειτουργούν με το ορθόδοξο τελετουργικό, αλλά στη λατρεία μνημονεύουν τον Πάπα. Η εν λόγω πρακτική είναι γνωστή διεθνώς ως Ουνία (union = ένωση) και σήμερα είναι το μεγαλύτερο αγκάθι στις σχέσεις Παπικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στην προσπάθεια της, η Αγία Έδρα, να κερδίσει όσους περισσότερους μπορεί, δεν έχει πρόβλημα να δανειστεί ένα ξένο προς σε αυτήν τυπικό και αρκεί να υπάρχει η υπακοή στον Πάπα. Ένας ακόμα κρατικός διπλωματικός ελιγμός που μαρτυρά έντονα το παρελθόν της με τον Μεγάλο Κάρολο.
Στην ορθοδοξία, αν δεν υπάρχει κάποια πολιτική και κοινωνική δυσκαμψία, όπως στην Τουρκία ή στη δυτική Ευρώπη, το ράσο συνοδεύει για πάντοτε τον κληρικό, οποιασδήποτε βαθμίδας, είτε άγαμο είτε έγγαμο. Είναι προφανής, ακόμα και στην εμφάνιση, ο χαρακτήρας της αφιέρωσης και της σταυρικής θυσίας που θα πρέπει να συνοδεύει τον ορθόδοξο κληρικό.
Στον Προτεσταντισμό δεν υπάρχει ιερωσύνη, σε αντίδραση της εξουσιαστικής ιερωσύνης του καθολικισμού. Οι πάστορες είναι δάσκαλοι και φυσικά δεν έχουν ιδιαίτερο ιερατικό ένδυμα στην αμφίεση τους. Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, όπως οι Αγγλοσάξονες που ήδη αναφέραμε, καθώς ενώ είναι προτεστάντες δέχονται το ρωμαιοκαθολικό τυπικό στη λατρεία και στην αμφίεση των κληρικών.

εικόνα από εδώ
  1. Ο λειτουργικός χώρος
Οι χώροι λατρείας μεταξύ Ορθοδοξίας και Βατικάνου, οι ναοί, έχουν αρκετές ομοιότητες, εξαιτίας της κοινής πορείας τους για 11 αιώνες, αλλά και διαφορές. Μία σημαντική διαφορά είναι ο τρούλος της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, όπως στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης. Ο στρογγυλός αυτός θόλος απεικονίζει έντονα τη βασική διδασκαλία της βυζαντινής θεολογίας. Η άκτιστη ενέργεια του Θεού κατεβαίνει στη γη – αυτό ακριβώς συμβολίζει ο Τρούλος – όπως τη διατύπωσε ο Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο αιώνα μ.Χ., και ο άνθρωπος μαζί με την υπόλοιπη δημιουργία αγιάζονται. Με τον Γρηγόριο τον Παλαμά διαφωνούσε ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός, ο οποίος εκπροσωπώντας τη δυτική παράδοση, υποστήριζε πως ο άνθρωπος, με τα φιλοσοφικά μαθήματα, ανεβαίνει στον Θεό όσο περισσότερο μορφώνεται. Οι μορφωμένοι είναι οι θεόπτες. Αυτό ακριβώς συμβολίζουν τα Γοτθικά τόξα των Ρωμαιοκαθολικών ναών, όπως Άγιος Στέφανος της Βιέννης, ή η Παναγία των Παρισίων, όπου τα τόξα προσπαθούν να ανεβούν στον ουρανό να βρουν τον Θεό. Για την Ορθοδοξία συμβαίνει το αντίθετο˙ ο Θεός κατεβαίνει.
Κανένα σημείο στον ορθόδοξο ναό δεν υπάρχει τυχαία. Η είσοδος του ναού, ο λεγόμενος νάρθηκας, υπάρχει, διακεκριμένος από τον κυρίως ναό, γιατί εκεί έμεναν κατά τη βυζαντινή περίοδο, οι κατηχούμενοι τα πρόσωπα που ετοιμάζονταν να δεχτούν το βάπτισμα, όταν ακόμα δεν υπήρχε ο νηπιοβαπτισμός. Δεν μπορούσαν να εισέλθουν μέσα στο ναό μέχρι να βαπτιστούν και δεν παρακολουθούσαν ολόκληρη τη θεία λειτουργία. Η θεία λειτουργία χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία μέρη : α) στην προσκομιδή ή στην πρόθεση, δηλαδή στην προπαρασκευή των τιμίων δώρων που σήμερα λαμβάνει χώρα στο όρθρο, εκτός θείας λειτουργίας β) στη λειτουργία των κατηχουμένων και γ) στη λειτουργία των πιστών. Οι κατηχούμενοι έμεναν στα δύο πρώτα μέρη της λειτουργίας, τα οποία τελείωναν αμέσως μετά το Ευαγγέλιο. Αποχωρούσαν στο τρίτο μέρος της λειτουργίας, το οποίο ξεκινούσε από τις ευχές υπέρ των πιστών και τον χερουβικό ύμνο και τελείωνε στο τέλος της θείας λειτουργίας. Η θέση των κατηχουμένων μέσα στο ναό έχει άμεση σχέση με τη θεολογική του παρουσία μέσα στη γενικότερη εκκλησιαστική ζωή.
Οι ορθόδοξοι ναοί έχουν τις άγιες εικόνες. Οι ρωμαιοκαθολικοί τα αγάλματα. Η διαφορά μας δεν βρίσκεται απλώς στον διαφορετικό τρόπο της απεικόνισης των αγίων, αλλά στον διαφορετικό τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον αγιασμό. Οι ορθόδοξοι πιστεύουν πως οι εικόνες είναι αγιασμένες. Τις ασπάζεται ο πιστός και αγιάζεται η ύπαρξη του, όπως συμβαίνει και με τα ιερά λείψανα των αγίων. Δεν λαμβάνει βέβαια τον αγιασμό στο βαθμό που συμβαίνει αυτό με την μετάληψη της θείας κοινωνίας, όμως και εδώ αγιάζεται. Αυτά τα λείψανα ενός αγίου έχουν τον αγιασμό, ο οποίος θεραπεύει την ύπαρξη μας από την τραγωδία και όχι απλώς ότι μας θυμίζουν έναν άγιο, ο οποίος έζησε πριν 16 αιώνες.  Συνεπώς δεν υπάρχει μόνο το ότι η εικόνα επί το πρωτότυπον διαβαίνει του Μ. Βασιλείου γιατί αυτό το έλεγαν και οι εικονομάχοι τον 8ο αιώνα στο Βυζάντιο, αλλά ότι η εικόνα έχει επάνω της τον αγιασμό (αυτό δεν έλεγαν οι εικονομάχοι). Η διαφορά μας τους ρωμαιοκαθολικούς είναι τόσο στον διαφορετικό τρόπο της απεικόνισης (σίγουρα υπάρχει και αυτός αλλά είναι ο δευτερεύων) όσο στο ότι δεν συζητούν για αγιασμό όταν αναφέρονται στα λείψανα ή στις απεικονίσεις των αγίων.
Μία ακόμα διαφορά μας μέσα στο λειτουργικό χώρο, ίσως όχι τόσο σημαντική αλλά πάντως σεβαστή, είναι η ύπαρξη στην Ορθοδοξία του τέμπλου, ως διαχωριστικού μεταξύ κυρίως ναού και ιερού. Και η ύπαρξη του τέμπλου μαρτυρά την ελληνική προέλευση της ορθόδοξου τελετουργικού. Το τέμπλο έχει τρεις πύλες, κατά το πρότυπο των τριών θυρών του σκηνικού του αρχαίου δράματος. Στην εκκλησία η κεντρική πύλη λέγεται ωραία πύλη, και υπάρχουν επίσης η δεξιά πύλη και η αριστερή. Τα τίμια δώρα βγαίνουν στα χέρια του ιερέα από την αριστερή πύλη, εισέρχονται και διασχίζουν τον κυρίως ναό και αφήνονται επάνω στην Αγία Τράπεζα. Η είσοδος των αχράντων μυστηρίων από την αριστερή πύλη δεν είναι καθόλου τυχαία. Στην αρχαία τραγωδία ο ηθοποιός που έμπαινε από την αριστερή πύλη ερχόταν από τα ξένα και ήταν πάντοτε άγνωστος. Ο ηθοποιός που έμπαινε από την δεξιά ερχόταν από την πόλη, ήταν πολλές φορές γνωστός, και ο ηθοποιός που έμπαινε από την κεντρική πύλη ερχόταν από το παλάτι. Συνεπώς από την κεντρική πύλη έμπαινε μόνο ο τραγωδός που υποδύονταν τον βασιλιά. Οι συμβολισμοί αυτοί κρατήθηκαν ακέραιοι και στο τυπικό. Τα τίμια δώρα και ο χώρος όπου ετοιμάζονται, η προσκομιδή, βρίσκονται στην αριστερή πύλη γιατί ο Χριστός είναι ο άκτιστος άσαρκος Λόγος, που δεν έχει σχέση με αυτόν τον κτιστό κόσμο, αλλά έρχεται μέσα σε αυτόν τον κόσμο για να τον αγιάσει. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν δεν υπήρχε το τέμπλο, τα τίμια δώρα εισέρχονταν από την εξωτερική πλευρά στο εσωτερικό του ναού και η τοποθέτηση του τέμπλου έλυσε με πολύ ωραίο τρόπο αυτήν την τακτική. Πίσω από τη δεξιά πύλη ντύνονταν οι διάκονοι και από αυτήν την πύλη έβγαιναν καθώς στην τραγωδία αυτοί που έρχονταν από την δεξιά πύλη δεν ήταν ξένοι αλλά από πολίτες της ίδια πόλης. Κάποτε οι διάκονοι ντύνοταν στην είσοδο του ναού ως τα πρόσωπα που δεν έρχονται από το εξωτερικό του ναού, αλλά ούτε και από την κεντρική πύλη. Με την είσοδο του τέμπλου και τη χρησιμοποίηση της δεξιάς πύλης λύθηκε και αυτό το θέμα. Είναι προφανές πως το τέμπλο δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία καθώς έχει άμεση σχέση με την ελληνική παράδοση.
Να αναφέρουμε εδώ πως στην Ορθόδοξη Εκκλησία το τέμπλο υπάρχει από τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Μέχρι τότε, δηλαδή κατά τα χρυσά βυζαντινά χρόνια, δεν υπήρχε τέμπλο αλλά τα λεγόμενα θωράκια με χαμηλό ύψος μέχρι εκεί που αρχίζουν σήμερα οι εικόνες, τα οποία και χώριζαν το ιερό από τον κυρίως ναό. Το ιερό βρίσκονταν σε πλήρη θέα του λαού. Τότε η αγία τράπεζα στις τέσσερις άκρες είχε τέσσερις κολώνες που κατέληγαν σε έναν θόλο, ο οποίος βρισκόταν ακριβώς επάνω από την αγία τράπεζα και ένωνε τις τέσσερις αυτές κολώνες. Αυτό ονομάζονταν κιβώριο και βρίσκονταν σε πλήρη θέα του λαού καθώς δεν υπήρχε το υπερυψωμένο τέμπλο. Το κιβώριο καταργήθηκε όταν το τέμπλο υψώθηκε, μετά τον 6ο αιώνα, καθώς δεν φαίνονταν πλέον από τον λαό. Οι εικόνες στο τέμπλο δεν υπήρχαν από τον 6ο αιώνα αλλά τοποθετήθηκαν από τον 14ο αιώνα και εξής. Από τον 6ο μέχρι τον 14ο αιώνα εκεί που αργότερα τοποθετήθηκαν οι εικόνες υπήρχε κενό, και συνεπώς εξακολουθούσε το ιερό να διακρίνεται μέσα από τα συγκεκριμένα κενά.
  1. Το ημερολόγιο
Ένα θέμα που παρουσιάστηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και δεν παρατηρείται στην Ρωμαιοκαθολική είναι το ημερολόγιο. Από το 1924 και εξής με την επικράτηση του νέου ημερολογίου στον ελλαδικό χώρο παρουσιάστηκε στην Εκκλησία της Ελλάδος το επίμαχο θέμα των παλαιοημερολογιτών. Σύμφωνα με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο του 325 μ.Χ. το Πάσχα των χριστιανών δεν θα έπρεπε ποτέ να πέφτει με το Πάσχα των Εβραίων (να σημειώσουμε στο παρόν σημείο ότι οι Εβραίοι με το Πάσχα τους εορτάζουν την έξοδο τους από τη δουλεία της Αιγύπτου με τη συνδρομή του Μωϋσή, ενώ οι χριστιανοί την έξοδο από τη ματαιότητα, τη φθαρτότητα και το θάνατο που χάρισε ο Χριστός). Η Σύνοδος πήρε αυτήν την απόφαση γιατί στην Έφεσο, ακριβώς επειδή υπήρχε κοινός εορτασμός του Πάσχα, οι γειτνιάζοντες ειδωλολατρικοί λαοί πίστευαν ότι Εβραίοι και Χριστιανοί ήταν η ίδια θρησκεία. Η 14η μέρα του μήνα Νισάν, (περίπου στα μέσα του δικού μας Μάρτη) όπου εόρταζαν το Πάσχα τους οι Εβραίοι, δεν μπορούσε να υπολογιστεί επακριβώς από εμάς καθώς οι Εβραίοι χρησιμοποιούσαν διαφορετικό ημερολόγιο. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος για να αποφύγει οποιοδήποτε κοινό εορτασμό είπε πως το χριστιανικό Πάσχα θα εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Αυτή η ημερομηνία (η εαρινή ισημερία) είναι η δική μας 21η Μαρτίου. Αν η Πανσέληνος πέσει πολύ κοντά στην 21η Μαρτίου, ή την ίδια μέρα, το Πάσχα πέφτει νωρίς. Αντιθέτως αν η πανσέληνος πέσει αρκετά μετά την 21η Μαρτίου τότε το Πάσχα αργεί αρκετά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς δεν υπήρχε περίπτωση να συμπέσει το Πάσχα των δύο θρησκειών.
Όταν όμως το 1923 η ελληνική πολιτεία υιοθέτησε το νέο ημερολόγιο, το λεγόμενο Γρηγοριανό, το οποίο διέφερε κατά 13 ημέρες από το Παλαιό, το Ιουλιανό,[3] ήταν πολύ πιθανό με τη διαφορά των 13 ημερών το Πάσχα το δικό μας να συμπέσει με αυτό των Εβραίων, πέρα από το πρόβλημα ότι επειδή η εκκλησία έχει τον λειτουργικό της κύκλο, ο οποίος είναι και ετήσιος αλλά και ημερήσιος, με τον εορτασμό πολλών αγίων και βιβλικών γεγονότων κάθε μέρα, μία αλλαγή στο ημερολόγιο σήμαινε αυτομάτως και αλλαγή στο εορτολόγιο. Οι αγαστές ελλαδικές σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά και η άκρως ταραγμένη πολιτική περίοδος στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, δεν άφηναν περιθώριο για αναβολή της υιοθέτησης του νέου ημερολογίου, από την Εκκλησία. Έτσι η Εκκλησία της Ελλάδος αναγκάστηκε να υιοθετήσει το νέο ημερολόγιο το 1924 προβαίνοντας όμως σε έναν ελιγμό. Για να είναι ακριβής με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποφάσισε μόνο το Πάσχα να το εορτάζει με το Παλαιό ημερολόγιο, με το οποίο δεν υπήρχε περίπτωση να συμπέσει με αυτό των Εβραίων. Ουσιαστικά μετά την αλλαγή του ημερολογίου δεχόμαστε ως εαρινή ισημερία όχι την 21η Μαρτίου αλλά την 4η Απριλίου, 13 ημέρες αργότερα. Έτσι ενώ όλες οι εορτές του έτους εορτάζονταν με διαφορά 13 ημερών από το μέχρι τότε ισχύον ημερολόγιο, μόνο ο εορτασμός του Πάσχα έμεινε ίδιος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όταν το Πάσχα πέφτει αργά, εφόσον στις υπόλοιπες εορτές ακολουθείται το νέο ημερολόγιο, χάνονται μέρες από την νηστεία των δώδεκα αποστόλων.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κράτησε το νέο ημερολόγιο και στον εορτασμό του Πάσχα, με αποτέλεσμα πολλές φορές να εορτάζει το Πάσχα την ίδια ημερομηνία με τους Εβραίους ή ακόμα και πριν από αυτούς. Σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Ελλάδος και οι Μητροπόλεις της Ευρώπης ακολουθούν το νέο ημερολόγιο, ενώ η Ρωσία, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και το Άγιον Όρος ακολουθούν το παλαιό. Φυσικά κατά την ακριβή έκφραση οι εν λόγω εκκλησίες δεν ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο, αλλά το παλαιό εορτολόγιο. Όταν έρχονται στην Ελλαδική Εκκλησία λειτουργούν μαζί μας και αναφέρονται στη δική μας ημερομηνία όταν τους ρωτήσει κάποιος τι μέρα ή τι ώρα είναι. Και οι δικοί μας κληρικοί όταν πηγαίνουν στη Ρωσία λειτουργούν με τον Ρώσο Πατριάρχη, όπως και οι λαϊκοί της ελλαδικής Εκκλησίας μπορούν να εκκλησιαστούν και να μεταλάβουν στη Ρωσική Εκκλησία. Επομένως οι Αγιορείτες δεν είναι και δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως παλαιοημερολογίτες.
Παλαιοημερολογίτες είναι κάποιοι χριστιανοί του ελλαδικού χώρου, οι οποίοι δεν δέχτηκαν το ημερολόγιο του 1924 και αποσχηματίστηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Είναι αμφιβόλου εγκυρότητος οι χειροτονίες τους, καθώς δεν είχαν τρεις επισκόπους για να συνεχίσουν να χειροτονούν έγκυρα επισκόπους που θα ασπάζονταν το Παλαιό ημερολόγιο και σίγουρα είναι σχισματικοί, όπως ακριβώς ήταν το και οι Ρωμαιοκαθολικοί το 1054, εφόσον αποκόπηκαν οικειοθελώς από την Εκκλησία (οι Ρωμαιοκαθολικοί βέβαια κατάντησαν και αιρετικοί με την πάροδο των αιώνων). Δεν λειτουργούν μαζί μας και δεν μεταλαμβάνουν τους πιστούς της Ελλαδικής Εκκλησίας. Μάλιστα μερικοί από αυτούς όταν αναφέρονται στην καθημερινή τους ζωή σε θέματα ημερομηνίας, αναφέρουν αυτήν που είχαμε πριν 13 ημέρες, ενώ είναι γνωστό, ότι και αν ακόμα δεν υιοθετούσαμε ως Εκκλησία το νέο ημερολόγιο και μέναμε στο παλαιό, αυτό θα συνέβαινε μόνο στον λειτουργικό κύκλο της εκκλησίας και σε καμία περίπτωση στον υπολογισμό των ημερών στον πολιτικό χώρο. Το αναφέραμε και προηγουμένως. Η Εκκλησία δεν ακουμπά ποτέ τα πολιτικά και θεσμικά ζητήματα. Ακουμπά μόνο τα υπαρξιακά καθώς αντιμετωπίζει και αγιάζει τον άνθρωπο ως ενιαία ύπαρξη και ποτέ ως πολίτη ή ως ον μιας συντεταγμένης πολιτείας.
Επίλογος
Είναι προφανές, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, πως οι θρησκείες εκφράζονται μόνο μέσα του πολιτισμού. Διαφορετικοί πολιτισμοί δηλώνουν συνήθως και διαφορετική θρησκεία. Επομένως ο πολιτισμός δεν βοηθά μόνο την ειρηνική συνύπαρξη των λαών, αλλά πρωτίστως την ελεύθερη και αδογμάτιστη γνωριμία των ανθρώπων με τη θρησκεία και τη συνειδητοποίηση του πρωταγωνιστικού ρόλου της στην ιστορία τους.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου, στις 19 Μαρτίου 2009 προς τους ξεναγούς της δυτικής Κρήτης, στα πλαίσια της συνοδικής επιτροπής της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης για το θρησκευτικό τουρισμό.
[2] Μέχρι το 1900 νομίζαμε ότι και η Σοφία Σειράχ είχε γραφτεί πρωτοτύπως  στην ελληνική, αλλά το 1900 βρέθηκε το μεγαλύτερο μέρος του εβραϊκού πρωτοτύπου στη συναγωγή του Καΐρου. Αποσπάσματα βρέθηκαν και στα χειρόγραφα του Qumran, της Νεκράς Θάλασσας το 1958, και το 1964 Masada. βλ. Σταύρου Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη (επιμέλεια Αθανάσιος Παπαρνάκης Δ.Θ.) εκδ. Π. Πουρνάρα Θεσσαλονίκη, σελ. 665.
[3] Το Γρηγοριανό ημερολόγιο επινοήθηκε γιατί με το Παλαιό, το Ιουλιανό, η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν κατά μία μέρα κάθε 128 χρόνια, ενώ με το καινούριο, το Γρηγοριανό, μετατοπιζόνταν κατά μία μέρα κάθε 3300 χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου