Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Ο λόγος του Απόστολου Παύλου για την αγάπη (Κορ. Α΄13, 1-13)


 

«Εάν μιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, και δεν έχω αγάπη, έγινα χαλκός που βγάζει ήχους ή κύμβαλο που αλαλάζει. Και αν έχω χάρισμα προφητείας και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη ώστε να μεταθέτω βουνά, και δεν έχω αγάπη, δεν είμαι τίποτα. Και αν μοιράσω σε ελεημοσύνες όλα μου τα υπάρχοντα, και αν παραδώσω το σώμα μου για να καεί, και δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι. Η αγάπη υπομένει τα σφάλματα και τις αδικίες χωρίς οργή, είναι γεμάτη με πραότητα και καλοσύνη, η αγάπη δεν ζηλοφθονεί, η αγάπη δεν καυχιέται, δεν είναι υπερήφανη, δεν ασχημονεί, δεν αποζητά το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δεν λογαριάζει το κακό, δεν χαίρεται με την αδικία, αλλά συγχαίρει ό,τι είναι αληθινό.
Όλα τα ανέχεται, σε όλα δείχνει εμπιστοσύνη, για όλα ελπίζει, τα πάντα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν θα πάψει να υπάρχει. Οι προφητείες κάποτε θα πάψουν να υπάρχουν, οι γλώσσες θα παύσουν να μιλιούνται, και η γνώση θα καταργηθεί. Γιατί εν μέρει γνωρίζουμε και εν μέρει προφητεύουμε. Όμως όταν έρθει το τέλειο, τότε το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, μιλούσα σαν νήπιο, είχα φρόνημα νηπίου,  σκεφτόμουν σαν νήπιο. Όταν έγινα άνδρας κατάργησα τα του νηπίου. Τώρα βλέπουμε σαν σε καθρέφτη αμυδρά, τότε όμως θα βλέπουμε πρόσωπο προς πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω εκ μέρους, αλλά τότε θα έχω πλήρη γνώση, όπως είναι και η γνώση του Θεού για μένα. Αυτά λοιπόν τα τρία μένουν: πίστη, ελπίδα, αγάπη∙ μεγαλύτερη δε αυτών είναι η αγάπη».
Ο λόγος του Παύλου περί της αγάπης έρχεται να σκεπάσει όλες τις διαφορές μεταξύ των μελών της εκκλησίας, να εξομαλύνει όλες τις κοινωνικές ή άλλες ανισότητες, οι οποίες μπροστά στη δύναμή της εξαλείφονται. Είναι η θεϊκή αγάπη που ταιριάζει στα τέκνα του ουρανίου Πατρός, και αυτή η αγάπη δεν ηττάται ποτέ. Όπου υπάρχει ανακαινίζει τα πάντα, και η ζωή των ανθρώπων καθίσταται γόνιμη και γεμάτη νόημα. Η θεία αγάπη υπερβαίνει τη ματαιότητα που διέπει τα ανθρώπινα. Ουδείς μπορεί να προβάλλει ενώπιον αυτής της αγάπης την επιθυμία του ως ύψιστη ανάγκη ή ως ύψιστη αξία, οποιοδήποτε περιεχόμενο κι αν δίνει στην επιθυμία απ’ την οποία κατέχεται. Η αγάπη, όπως διατυπώνεται από τον Παύλο, είναι πολύ πιο προσωπική από την φιλανθρωπία και πολύ πιο ευρεία από μια συναισθηματική έλξη. Εδώ ολόκληρος ο εαυτός, ατεμάχιστος, δίνεται και πάσχει. Μια διάχυση του «εγώ» που δεν γνωρίζει φραγμό, μήτε μπορεί να οριοθετηθεί. Και τούτο χωρίς να χάνεται η αίσθηση που διακρίνει τον έναν άνθρωπο από τον άλλον. Το πραγματικό υποκείμενο, σε έναν κόσμο όπου οι εκφάνσεις της ζωής μέσω της εικόνας και της πληροφορίας έχουν αντικειμενοποιηθεί, αγαπά τους πάντες και παραμένει αποσπασμένος απ’ όλους. Είναι αδύνατον να καταλάβουμε σε ποια βάθη συντελείται η μεταμόρφωση του ανθρώπου. Στα πέρατα του εαυτού μας δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχουν στηρίγματα, δεν υπάρχουν βοήθειες και συνταγές σωτηρίας. «Περνάς από τη σκότωση για να αλλάξεις πολιτεία», λέγει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος.
Η βία του κόσμου, δίχως το έσοπτρον του πνεύματος, είναι αδύνατο να φανερώσει το σκοτεινό της πρόσωπο και την καταγωγή της. Για να ανατραπούν τα είδωλα χρειάζεται κρυστάλλινη καθαρότητα που τίποτα να μη την σκιάζει, για να πεις αινιγματικά: Εν μέρει γνωρίζομεν και εν μέρει προφητεύομεν. Μπροστά στο ξερίζωμα κάθε ανθρώπινης διάστασης, στη βοή και στο σάλεμα των θεμελίων, μένει κανείς αποσβολωμένος και ακούει αυτό που άκουσε ο προφήτης από το στόμα του Θεού: «Θα σαλέψω γη και ουρανό για να μείνει αυτό που δεν σαλεύεται».
Η αγάπη υπερβαίνει τα θαύματα, τις προφητείες, τη γνώση, την πίστη, τις γλώσσες ανθρώπων και αγγέλων. Ο ύμνος του Παύλου για την αγάπη δίνει περιεχόμενο στη ρήση του Ιωάννη του ευαγγελιστή, Ο Θεός αγάπη εστίν (Α΄ Επιστ. 4, 8). Στεφανώνει ολόκληρη τη διδασκαλία του αποστόλου, καθώς προσφέρει λύσεις από μόνη της σε όλα όσα απασχολούν τον άνθρωπο, όχι μόνο στην εποχή του Παύλου, αλλά σε όλες τις εποχές. Η αγάπη δεν προσκρούει σε κανένα εμπόδιο, και τίποτε δεν μπορεί να την καταβάλει, διότι χωρά τα πάντα και ανέχεται τα πάντα, χωρίς να εκμηδενίζεται. Χωράει τον άνθρωπο με όλη την φαυλότητα και την αδυναμία του. Η ελευθερία τούτης της αγάπης δεν έχει όρια. Αγάπη σημαίνει ελευθερία. Ελευθερία απέναντι στο κακό, διότι δεν το λογαριάζει. Ελευθερία απέναντι στο φθόνο και στο μίσος, γιατί δεν αγγίζεται απ’ αυτά. Ελευθερία απέναντι στην εξουσία της ισχύος, γιατί δεν προσβάλλεται, μήτε εξουσιάζεται, μήτε ποδηγετείται από καμιά εξουσία. Γιατί υπερβαίνει την τραγικότητα της ύπαρξης παραμένοντας πλήρης και αλώβητη. Η αγάπη είναι η μεγαλύτερη δύναμη που υπάρχει στον κόσμο, γιατί απηχεί την αιωνιότητα. Η δύναμη που νικά είναι η δύναμη της συμπάσχουσας αγάπης, και είναι μια νίκη που δεν αναιρεί αλλά ολοκληρώνει την ανθρώπινη ελευθερία.
Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι συμμετέχει σ’ αυτή την αγάπη;
Η συμμετοχή του ανθρώπου σε τούτη την αγάπη, στον αγώνα που κάνει για να μετέχει σ’ αυτήν, αποτελεί και το μέτρο της κατά Χριστόν ζωής. Για να αποκαθάρουμε την καρδιά μας από τον κυκεώνα των επιθυμιών και των παθών που οι επιθυμίες συνδαυλίζουν, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο απ’ το να προσπαθούμε να παραμείνουμε στην προσευχή που συμβάλλει στην γέννηση της αγάπης εντός μας. Μένοντας στην προσπάθεια της προσευχής, υπερβαίνοντας τη ματαιότητα της καθημερινής ζωής που δεν οδηγεί παρά σε συγκρούσεις και διαψεύσεις, απωθώντας τις ευτελείς σκέψεις και τις μάταιες μέριμνες, εμπνευσμένοι από μια νέα ελπίδα, φτάνουμε στο σημείο να αποτελεί η αγάπη τη θεμελιώδη επιθυμία της καρδιάς μας. Τότε καταλαβαίνουμε ότι η πνευματική εξουσία έγκειται στην κένωση του εαυτού, ώστε να φανερωθεί ο καινός εαυτός, ο προορισμένος να διαιωνίσει την αγάπη του Θεού προς τα πλάσματά του. O Θεός είναι αγάπη, και η θεία αγάπη είναι αμετάβλητη και ανεξάντλητη. Η αγάπη του Θεού βρίσκεται παντού και αγκαλιάζει τα πάντα.
«Ο Θεός διά τον πόθον της κτίσεως παρέδωκε τον Υιόν αυτού εις θάνατον διά Σταυρού…, ουχ’ ότι ουκ ηδύνατο εν άλλω πράγματι λυτρώσασθαι ημάς, αλλά την αγάπην αυτού την υπερβάλλουσαν εν τούτω μάλιστα ευρέθη διδάσκων ημάς, και εν τω θανάτω του μονογενούς Υιού αυτού προσήγγισεν ημάς προς εαυτόν. Και ει είχεν τιμιώτερον αυτού, έδωκεν άν ημίν, όπως εν αυτώ ευρεθή το γένος ημών. και διά την αγάπην αυτού την πολλήν ουκ ηυδόκησε την ελευθερίαν ημών βιάσασθαι, καν δυνατός η ποιήσαι, αλλ’ ίνα τη αγάπη του φρονήματος ημών πλησιάσωμεν αυτώ».* (Ο Θεός από ένθερμη αγάπη για την κτίση παρέδωσε τον Υιό του στο θάνατο επάνω στο σταυρό…, και τούτο όχι γιατί δεν μπορούσε να μας λυτρώσει με κάποιον άλλο τρόπο, αλλά για να γίνει δάσκαλός μας η ασύγκριτη αγάπη του. Και με τον θάνατο του μονογενούς του Υιού μάς έφερε κοντά του. Αν είχε μάλιστα κάτι πιο πολύτιμο, θα μας το είχε προσφέρει, ώστε το γένος μας να γίνει δικό του. Και από την πολλή αγάπη του δεν θέλησε να βιάσει την ελευθερία μας, αν και θα μπορούσε να το κάνει, αλλά για να τον πλησιάσουμε με την αγάπη που θα γεννιόταν απ’ το δικό μας φρόνημα).
Η αγάπη δεν επιβάλλεται, μήτε διδάσκεται. Αγάπη στανική δεν υπάρχει. Η αγάπη εμπνέει με το παράδειγμά της, όπως έκανε ο Χριστός με την ενανθρώπησή του, και έδωσε το παράδειγμα υπέρβασης της πεπτωκυίας φύσεώς μας. Από την σύλληψή του στην γαστέρα της Αειπαρθένου Μαρίας, μέχρι την Ανάληψή του, μας παραδειγματίζει για να αφήσουμε πίσω τον παλαιό εαυτό μας και να γίνουμε Υιοί Φωτός.

Προδημοσίευση από το βιβλίο «Λύτρον λύπης, Ο Απόστολος Παύλος και οι Επιστολές του», του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αθανάσιος Αλτιντζής. Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί έργο της εικαστικού Όλγας Σταυρίδου.
* Αββά Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι Ασκητικοί, Λόγος ΞΒ΄, εκδ. Μαρκ. Πιράρ, Ι.Μ.Ιβήρων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου