Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Το νούμερο ένα πρόβλημα της Ευρωζώνης

. Βασίλης Βιλιάρδος
Οι Ευρωπαίοι δεν μοιράζονται μεταξύ τους ένα κοινό πολιτικό αφήγημα, ενώ η κάθε χώρα έχει τη δική της άποψη για τις αιτίες της κρίσης χρέους και για τους ενόχους – οπότε είναι σχεδόν αδύνατο να συμφωνήσουν σε μία κοινή πολιτική ατζέντα, προς όφελος όλων μαζί.
«Η Ευρωζώνη είναι η μοναδική νομισματική ένωση χωρίς μία ενιαία κοινή γνώμη. Αντί αυτής υπάρχουν στο εσωτερικό της πολλά διαφορετικά «εθνικά φίλτρα» – συχνά διαστρεβλωμένα και υπερδιογκωμένα».

Ανάλυση


Πολλές φορές αναρωτιέται κανείς, ιδιαίτερα όταν δεν είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος με την έννοια πως δεν αμείβεται για τα γραπτά του που απαιτούν αρκετές ώρες δουλειάς (αντίθετα πληρώνει, αφού η διατήρηση μίας ιστοσελίδας έχει σημαντικό κόστος, ενώ η Google δίνει ελάχιστα για τις διαφημίσεις της), εάν έχει νόημα η συγγραφή αναλύσεων – εάν προσφέρει δηλαδή κάτι στην κοινωνία ή είναι απλά χάσιμο χρόνου. Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία σχετικά με το
ότι, συμμετέχει στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, μαζί με τα υπόλοιπα ΜΜΕ και με την πολιτική – ενώ τα βιβλία διαδραματίζουν έναν μικρότερο ρόλο, ειδικά στην Ελλάδα όπου οι άνθρωποι διαβάζουν πολύ λιγότερο.
Εν προκειμένω είναι βέβαια πολύ σημαντική η σοβαρότητα των εκάστοτε αναλύσεων ή άρθρων – η υπευθυνότητα όσον αφορά τα θέματα που διαπραγματεύονται, καθώς επίσης η επιστημονική οπτική γωνία. Δυστυχώς όμως στην Ελλάδα δεν δίνεται η απαιτούμενη σημασία, συγκριτικά με άλλες χώρες, ίσως επειδή οι αμοιβές των συγγραφέων δεν εξαρτώνται τόσο από την ποιότητα της δουλειάς τους, όσο από τους σκοπούς που συχνά εξυπηρετούν – αφού αρκετές φορές τα ΜΜΕ διαπλέκονται τόσο με την πολιτική, όσο και με την οικονομική εξουσία, μεταξύ άλλων λόγω έλλειψης διαφημιστικών εσόδων.
Ανεξάρτητα τώρα από τα παραπάνω βιώνουμε μία μεγάλη κρίση, από την οποία δεν είναι εύκολο να ανακάμψει κανείς – κάτι που ισχύει τόσο για τα εκάστοτε άτομα, επιχειρήσεις ή νοικοκυριά, όσο και για ολόκληρες χώρες. Το να αναρωτηθεί δε κανείς για τον ίδιο του τον εαυτό, για το ποιές είναι οι δικές του ευθύνες, δεν είναι καθόλου εύκολο – ενώ θεωρείται εξαιρετικά οδυνηρό, επειδή φέρνει στην επιφάνεια τα ελαττώματα και τα λάθη του. Εν τούτοις μόνο με αυτόν τον τρόπο μαθαίνει και διδάσκεται για τη ζωή – αφού η κρίση σημαίνει πως κάτι είναι λανθασμένο και πρέπει να αλλάξει, ενώ μόνο αυτή η διαδικασία οδηγεί στην επίλυση των προβλημάτων και εξασφαλίζει την πρόοδο.
Περαιτέρω, όσον αφορά την Ευρωζώνη (την Ελλάδα επίσης), δεν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, παρά τις χιλιάδες αναλύσεις που έχουν γραφτεί  – αφού οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η οποία οδήγησε σχεδόν στη χρεοκοπία ορισμένα μέλη της, δεν υπάρχει καμία συμφωνία σχετικά με τις απαιτούμενες αλλαγές ή μεταρρυθμίσεις. Κανένα κράτος δε, με εξαίρεση ίσως τη Γαλλία, δεν ασχολείται σοβαρά με το θέμα – πόσο μάλλον η Γερμανία, η οποία τους τελευταίους μήνες έχει επικεντρωθεί στη δική της πολιτική παράλυση. Η τρίτη μεγάλη χώρα, η Ιταλία, είναι βυθισμένη στα δικά της έντονα προβλήματα, οικονομικά και πολιτικά, ενώ η Ισπανία ασχολείται κυρίως με τις αποσχιστικές τάσεις στην Καταλονία – οπότε ουσιαστικά κανένας δεν ενδιαφέρεται για τη νομισματική ένωση.
Έχει ξεκινήσει βέβαια μία ισχυρή κυκλική ανάπτυξη, η οποία βοηθάει τις περισσότερες χώρες, με εξαίρεση δυστυχώς μόνο την Ελλάδα – η οποία, παρά την κατάρρευση του ΑΕΠ της, δεν παρουσιάζει καμία ανάκαμψη και δεν φαίνεται καμία προοπτική για το εγγύς μέλλον. Εν τούτοις η Ευρωζώνη (η Ελλάδα επίσης), φαίνεται ανίκανη να αξιοποιήσει τα διδάγματα της παρελθούσας κρίσης, μετατρέποντας τα σε πρόοδο – οπότε εύλογα αναρωτιέται κανείς γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Στα πλαίσια αυτά ορισμένοι επιστημονικοί αναλυτές έχουν προσπαθήσει να βρουν τις αιτίες, καταλήγοντας πως ένα μέρος της απάντησης είναι το ότι, οι Ευρωπαίοι δεν μοιράζονται μεταξύ τους ένα κοινό πολιτικό αφήγημα – οπότε είναι σχεδόν αδύνατο να συμφωνήσουν σε μία κοινή πολιτική ατζέντα προς όφελος όλων μαζί (πηγή).
Με απλά λόγια πως ισχύει η ρήση του αρθρογράφου της Bloomberg, σύμφωνα με την οποία το εξής: «Η Ευρωζώνη είναι η μοναδική νομισματική ένωση χωρίς μία ενιαία κοινή γνώμη. Αντί αυτής υπάρχουν στο εσωτερικό της πολλά διαφορετικά εθνικά φίλτρα, συχνά υπερδιογκωμένα» (πηγή).
Η συνειδητοποίηση βέβαια πως η Ευρώπη υποφέρει από τις διαφορετικές πολιτικές συζητήσεις δεν προκαλεί μεγάλη εντύπωση – αφού δεν υπάρχει μία πανευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Εν τούτοις οι παραπάνω επιστήμονες κατάφεραν να αναπτύξουν τελικά μία μέθοδο, η οποία τους επέτρεψε να συγκρίνουν μεταξύ τους τα πολιτικά αφηγήματα των τεσσάρων μεγαλύτερων χωρών της Ευρωζώνης – ευρίσκοντας πού ακριβώς διαφέρουν μεταξύ τους.
Η έρευνα
Ειδικότερα, με τη βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανέλυσαν 51.000 άρθρα που αφορούσαν την κρίση και έχουν δημοσιευθεί σε ένα χρονικό διάστημα δέκα ετών (2007 έως 2016), τεσσάρων επιλεγμένων εφημερίδων των τεσσάρων μεγαλυτέρων χωρών της Ευρωζώνης – της Γερμανίας (Suddeutsche Zeitung), της Γαλλίας (Le Monde), της Ιταλίας (La Stampa) και της Ισπανίας (El Pais). Οι εφημερίδες αυτές ευρίσκονται πολιτικά στη μέση του φάσματος, στο κέντρο και αλαφρά αριστερά, τοποθετούμενες θεμελιωδώς υπέρ της Ευρώπης – ενώ με την επιλογή τους αυτή οι επιστήμονες θέλησαν να επικεντρωθούν στις εθνικές διαφορές και όχι στις ιδεολογικές, θεωρώντας πως οι συγκεκριμένες εφημερίδες εκπροσωπούν την κυρίαρχη κοινή γνώμη στις παραπάνω χώρες.
Χωρίς να αναφερθούμε στις λεπτομέρειες της μεθόδου, η οποία κατά την άποψη μας είναι εξαιρετικά ορθολογική, ο στόχος των ερευνητών ήταν να βρουν σε ποιό βαθμό η εκάστοτε κοινή γνώμη είχε μία συγκεκριμένη άποψη για την κρίση του ευρώ – που οφειλόταν δηλαδή, καθώς επίσης ποιές θεωρούσε ως πιθανές λύσεις. Τα αποτελέσματα σχετικά με το ποιός είχε την ευθύνη της κρίσης παρουσιάστηκαν σε πίνακες, όπου στην αριστερή τους πλευρά είναι οι εκάστοτε χώρες, ενώ στη δεξιά τα θεσμικά όργανα – με το πάχος (πλάτος) της εκάστοτε σκούρας κυκλικής καμπύλης να αφορά το μέγεθος της ευθύνης, κατά την εκάστοτε κοινή γνώμη. Στα πλαίσια αυτά τα εξής:
(α) Γερμανία: Για τη νούμερο ένα με παγγερμανική εμβέλεια εφημερίδα της χώρας, η ενοχή για την ευρωπαϊκή κρίση χρέους και για τα αποτελέσματα της, είναι μοιρασμένη σχεδόν εξίσου σε ένα φάσμα πιθανών υπόπτων – όπως συμπεραίνεται από τις κυκλικές καμπύλες, οι οποίες έχουν περίπου το ίδιο πλάτος.
 
Από επάνω προς τα κάτω (γράφημα, πατώντας επάνω μεγεθύνεται) η Ελλάδα και ο Νότος, το τραπεζικό σύστημα, η ΕΚΤ, η Ευρωζώνη και η Γερμανία, το οικονομικό σύστημα, οι αγορές και η Ευρωζώνη μόνη της (η γερμανική κυβέρνηση στο τέλος του πίνακα, με μηδέν ευθύνες).
(β)  Γαλλία: Η εικόνα στη χώρα είναι περίπου η ίδια με τη Γερμανία, όπου όμως δεν αποδίδεται καμία ευθύνη στην ΕΚΤ, όπως φαίνεται από το γράφημα δεξιά. Λίγο περισσότερο από τα άλλα θεσμικά όργανα κατηγορούνται οι αγορές – γεγονός που υποδηλώνει τις σοσιαλιστικές τάσεις της χώρας.
(γ) Ιταλία: Εδώ η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική, αφού για την κρίση θεωρούνται υπεύθυνες κυρίως οι κυβερνήσεις, ακολουθούμενες από την ΕΚΤ, την Ευρωζώνη/Γερμανία και το οικονομικό σύστημα  – πάντοτε με κριτήριο το πλάτος της εκάστοτε σκούρας κυκλικής καμπύλης. Στις υπόλοιπες πτυχές της κρίσης, όπως στο ρόλο της Ελλάδας, των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν δίνεται ιδιαίτερη σημασία.
(δ)  Ισπανία: Και στην Ισπανία οι ευθύνες αποδίδονται κυρίως στις κυβερνήσεις της – γεγονός που σημαίνει πως η σημασία της πολιτικής στις χώρες του νότου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, σε σχέση με το βορά. Εδώ δεν θεωρούνται καθόλου υπεύθυνες η ΕΚΤ, η Ευρωζώνη και οι αγορές – ενδεχομένως επειδή τα προβλήματα της χώρας προέρχονταν αποκλειστικά από τον ιδιωτικό τομέα (φούσκα ακινήτων και τραπεζών), ενώ η ΕΚΤ στήριξε απ’ ευθείας τις ισπανικές τράπεζες, χωρίς να επιβαρυνθεί το δημόσιο χρέος, όπως συνέβη στην Ελλάδα.
Περαιτέρω, πάντοτε με βάση την έρευνα, τα αφηγήματα σχετικά με την κρίση που εμφανίζονται στις τέσσερις εφημερίδες των τεσσάρων χωρών διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους – ενώ είναι σε γενικές γραμμές τα εξής:
(α)  Γερμανία: Η εφημερίδα (SZ) έχει την άποψη πως όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι, εκτός από τη χώρα και την κυβέρνηση της – κυρίως βέβαια η Ελλάδα και η πολιτική της ΕΚΤ. Η Γερμανία θεωρείται παραδόξως πως δεν είχε καμία ευθύνη για την κρίση – ενώ τονίζεται η ανάγκη επιστροφής στην «καθεστηκυία τάξη πραγμάτων» (status quo ante). Δηλαδή, στο γερμανικό οικονομικό μοντέλο που επικράτησε μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο – στην κοινωνική οικονομία της αγοράς, η οποία χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και δικαιοσύνη.
(β) Γαλλία: Η «Le Monde» επικεντρώνει την κριτική της σε πολλούς συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένης της γαλλικής πολιτικής τάξης. Η παρουσίαση της ευρωπαϊκής κρίσης αναμιγνύεται, μπερδεύεται καλύτερα με τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας – ενώ οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, όπως η Κομισιόν και η ΕΚΤ, δεν αναφέρονται σημαντικά στην κριτική που ασκεί.
(γ)  Ιταλία: Η «La Stampa» θεωρεί τη χώρα της κυρίως ως θύμα ατυχών συμπτώσεων και καταστάσεων – μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνει την ευρωπαϊκή πολιτική λιτότητας που επιβλήθηκε από τη Γερμανία, καθώς επίσης την πολιτική που ασκήθηκε από τις ιταλικές κυβερνήσεις.
(δ)  Ισπανία: Αντίθετα, η «El Pais» θεωρεί ως βασικότερο ένοχο της κρίσης την ίδια τη χώρα της – κυρίως λόγω της εσφαλμένης συμπεριφοράς της κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης που προηγήθηκε της κρίσης. Ως εκ τούτου πιστεύει πως οι λύσεις θα βρεθούν μόνο από την ίδια τη χώρα – με τις υπόλοιπους δυνητικούς ενόχους να μην διαδραματίζουν κάποιο σημαντικό ρόλο.
Συμπέρασμα
Σε κάθε μία από τις τέσσερις χώρες της Ευρωζώνης που ερευνήθηκαν, επικρατεί μία διαφορετική εικόνα για την κρίση – για τις αιτίες της και για τους ενόχους. Ως εκ τούτου, υπάρχει μία διαφορετική αντίληψη των στόχων και των προτεραιοτήτων σε κάθε κράτος, όταν συζητείται η θεσμική εξέλιξη της νομισματικής ένωσης με σκοπό την καταπολέμηση των προβλημάτων της – ενώ δεν φαίνεται να υφίσταται έως σήμερα ένα συναινετικό πνεύμα συνεργασίας, έτσι ώστε να υπάρξει μία κοινή στάση όταν θα ξεσπάσει η επόμενη κρίση, η οποία θα βρει όλα τα κράτη πολύ πιο αδύναμα από ότι το 2008.
Ακόμη χειρότερα, όταν στο ξεκίνημα της κρίσης οι πιέσεις που ασκούνταν στην ΕΚΤ από την Ισπανία και την Ιταλία ήταν μεγάλες, με στόχο να δραστηριοποιηθεί περισσότερο ακολουθώντας την πολιτική της Fed, μετά το 2012, όπου η ΕΚΤ ανέλαβε σημαντικό ρόλο, η κριτική που της ασκεί η Γερμανία κλιμακώθηκε επικίνδυνα – ενώ είναι ξεκάθαρη η πρόθεση της να διορίσει έναν Γερμανό στη διοίκηση της το 2019, πιθανότατα τον δικό της κεντρικό τραπεζίτη.
Θα μπορούσαν αλήθεια μέσα σε ένα τέτοιο εχθρικό περιβάλλον, όπου η Γερμανία έχει καταλάβει σχεδόν όλες τις θέσεις-κλειδιά των ευρωπαϊκών θεσμικών οργανισμών, ενώ συμπεριφέρεται δικτατορικά στην Ελλάδα έχοντας ήδη καταδικάσει τους Έλληνες, να υπάρξουν ανοιχτές, διασυνοριακές συζητήσεις με στόχο τη δημιουργία μίας κοινής πολιτικής ατζέντας και μίας κοινής ευρωπαϊκής γνώμης; Είναι δυνατή μία δημιουργική σύγκρουση σχετικά με το τι είναι σημαντικό και τι παραγωγικό, καθώς επίσης με το τι πρέπει να κάνει κανείς για να βελτιστοποιήσει την κατάσταση, όπως προτείνουν οι ερευνητές;
Η ανάλυση τους πάντως, η οποία θα έπρεπε να συμπεριλάβει και τις υπόλοιπες χώρες για να διαπιστώσει κανείς τι συμβαίνει σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, μία τέτοια πανευρωπαϊκή διαδικασία δεν προβλέπεται στο εγγύς μέλλον. Προτείνουν όμως, κάτι που θεωρούμε απόλυτα σωστό, τη συχνότερη ενασχόληση των εθνικών ΜΜΕ με αυτά που συμβαίνουν στις άλλες χώρες μέλη – έτσι ώστε να γίνονται περισσότερο γνωστά στους Πολίτες τους, από ότι πριν και μετά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους.
Με απλά λόγια, να ενημερώνονται περισσότερο οι Έλληνες για το τι διαδραματίζεται στη Γερμανία ή στην Ιταλία, όπως είναι τα πολιτικά δρώμενα και οι απόψεις των κυβερνήσεων τους – κάτι που οφείλουν να κάνουν επίσης οι Γάλλοι ή οι Ισπανοί, έτσι ώστε να γνωρίζουν καλύτερα τα προβλήματα της Ελλάδας που προκαλούνται μεταξύ άλλων από τη γειτνίαση της με το ναζιστικό καθεστώς της Τουρκίας, το οποίο είναι πολύ πιο επικίνδυνο από αυτό της Γερμανίας του 1940, αφού η χώρα είναι υποανάπτυκτη και θρησκευτικά φανατισμένη (με αποτέλεσμα να καταλάβουν την επιβάρυνση της με εξοπλιστικά προγράμματα, τα οποία αυξάνουν τα χρέη της δυσανάλογα, σε σχέση με τα άλλα κράτη).
Έτσι θα κατανοούσαν πως η συμπεριφορά της καγκελαρίου, για παράδειγμα, όταν αποκάλεσε τον πρωθυπουργό των Σκοπίων επίσημα Μακεδόνα, ήταν απαράδεκτη – ενώ δεν συμβάλλει στη δημιουργία θετικών συναισθημάτων στους Έλληνες σε σχέση με τους Γερμανούς, οπότε δεν βοηθάει καθόλου την ευρωπαϊκή ιδέα.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, στην Ελλάδα ενοχοποιούνται κυρίως το ευρώ, η Γερμανία, η πολιτική διαφθορά, η διαπλοκή και οι τράπεζες – δυστυχώς όχι τόσο η μη δημιουργία πλούτου, η απομάκρυνση από τον πρωτογενή τομέα και η μη καθετοποίηση του (ενοχοποιείται η ΕΕ χωρίς να βλέπουμε πως η Ολλανδία, με ένα απαίσιο κλίμα και με ένα προβληματικό περιβάλλον είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας τροφίμων στον πλανήτη), ο μη λειτουργικός δημόσιος τομέας, τα τεράστια θεσμικά μας ελλείμματα, η παιδεία και οι λανθασμένες, υπερβολικές και μη παραγωγικές επενδύσεις σε ακίνητα.
Οικονομολόγος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου