Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Αρχαία Ελλάδα και Βυζάντιο

Το ζήτημα της σχέσης αρχαίας Ελλάδας και Βυζαντίου έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε αντικείμενο μιας έντονης ιδεολογικής και εν τέλει πολιτικής διαμάχης. Αφετηρία της υπήρξε η ανάπτυξη της «εκσυγχρονιστικής» ιστοριογραφίας στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, η οποία θεωρεί ως απαρχή της δημιουργίας του ελληνικού έθνους την συγκρότηση του… κράτους. Η κρατοκεντρική αυτή αντίληψη αποκόπτει ουσιαστικώς τον «ελλαδικό» ελληνισμό από την ιστορική του συνέχεια. Οι πολιτικοί δε και ιδεολογικοί στόχοι του εγχειρήματος είναι σαφείς: Εάν το..
ελληνικό έθνος είναι ένα πρόσφατο δημιούργημα του κράτους, τότε γίνεται πιο εύκολα και η ενσωμάτωση των Ελλήνων σ’ ένα υπερεθνικό μόρφωμα _ευρωπαϊκό υπερκράτος ή ευρωατλαντική αυτοκρατορία. Εάν αντιθέτως, όπως πράγματι συμβαίνει, το ελληνικό έθνος και ο ελληνικός λαός συγκροτούνται τουλάχιστον από την εποχή των ομηρικών επών και της πρώτης Ολυμπιάδας, το 776 π.Χ., και επιβιώνουν για δυόμισι ή τρεις χιλιάδες χρόνια, παρά τις σαρωτικές οικονομικές, κοινωνικές, πολιτειακές και πολιτικές αλλαγές που μεσολάβησαν, τότε δυσχεραίνεται κατά πολύ και το έργο της απορρόφησής τους από τα νέα παγκοσμιοποιητικά μορφώματα.

Αποφασιστική σημασία γι’ αυτό το εγχείρημα αποεθνικοποίησης και υποταγής αποκτά, στο πεδίο της ιδεολογίας και της ιστορίας, η αποσύνδεση μεταξύ νεώτερου ελληνισμού και αρχαίας Ελλάδας. Και αυτή η αποσύνδεση μπορεί να επιτευχθεί όταν και εάν «αποσπαστεί» ο ενδιάμεσος κρίκος, δηλαδή ο ελληνισμός των Μέσων Χρόνων. Εάν όντως το Βυζάντιο δεν αποτελεί συνέχεια του ελληνισμού, τότε αυτομάτως καταργείται και η σχέση μεταξύ αρχαίας και σύγχρονης Ελλάδας.

Κατά συνέπεια, ΕΙΝΑΙ αυτοσ ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ αρχαίας και νεώτερης Ελλάδας ο οποίος  «δένει» το οικοδόμημα της ελληνικής διαχρονίας. Υπ’ αυτό το πρίσμα η άποψη των εκσυγχρονιστών-οπαδών της παγκοσμιοποίησης είναι συνεπής με τους επιδιωκόμενους στόχους της αποεθνικοποίησης. εντελώς ακατανόητη εντούτοις παραμένει η στάση όσων «ελληνολατρών» υπερασπίζονται την αρχαία Ελλάδα ως «προπάππου» του σύγχρονου ελληνισμού ενώ ταυτόχρονα βδελύσσονται τον «πατέρα» του, το Βυζάντιο. Κόβοντας όμως κανείς τον ενδιάμεσο σύνδεσμο είναι σαφές ότι καταστρέφει την αλυσίδα και ακυρώνει την συνέχεια.

Επιθυμώντας ΛΟΙΠΟΝ να ρίξουμε, για άλλη μια φορά, λίγο περισσότερο φως στο επίμαχο αυτό ζήτημα, ανοίγουμε εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τη σχέση μεταξύ αρχαίας Ελλάδας και Βυζαντίου:

Η συνάντηση ελληνισμού-χριστιανισμού
Από μεθοδολογική άποψη μπορούμε να διακρίνουμε την επίδραση της αρχαίας Ελλάδας στο Βυζάντιο σε άμεση, δηλαδή την επιβίωση και συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού στις παραδόσεις, στην παιδεία, τη φιλοσοφία, τις επιστήμες, την τεχνική κ.ο.κ. και έμμεση, δηλαδή την επίδραση του ελληνικού πνεύματος στο νέο κυρίαρχο πολιτιστικό υπόδειγμα, το χριστιανικό.

Σε ό,τι αφορά στο τελευταίο, η συνάντηση ελληνισμού-χριστιανισμού υπήρξε ίσως η σημαντικότερη για τις συνέπειές της πνευματική «συνάντηση» στην ιστορία της Ευρώπης, και έχουμε ήδη αναφερθεί σε αυτήν1.

Διερευνώντας τις σχέσεις ελληνισμού-ορθοδοξίας επισημαίναμε πως «η ορθοδοξία αποτελεί εκείνη τη χριστιανική εκδοχή που διαμορφώθηκε μετά από μακρόχρονη αντιπαράθεση-αλληλοδι­είσδυση με την ελληνική σκέψη προς την οποία και προσομοιάζει: η άρνηση του παπικού/ρωμαϊκού ολοκληρωτισμού και του «ιουδαϊκού» προτεσταντισμού. η βαρύνουσα σημασία που αποδίδεται στην τριαδικότητα, στη Θεοτόκο (από κοινού με τον καθολικισμό), στους Αγίους (ας μη ξεχνάμε πως και οι Απόστολοι τελικώς κατέληξαν να είναι δώδεκα, όπως και το δωδεκάθεο). η απόρριψη της λογικής του Καθαρτηρίου και η διάκριση μεταξύ θεϊκής ουσίας και θεϊκών ενεργειών. Επί πλέον, η ορθόδοξη εκκλησία θα κρατήσει, ακόμα και μέσα στο αυτοκρατορικό βυζαντινό κράτος, κάτι από το δημοκρατικό και αντι-ολοκλη­ρωτικό πνεύμα του αρχαίου ελληνισμού: αυτό μαρτυρεί η μετάφραση του Ευαγγελίου σε άλλες γλώσσες, η αυτονόμηση των εκκλησιών, οι ατελείωτες δογματικές έριδες και αιρέσεις, η αδυναμία να συγκροτηθεί ένα ιεραρχικό σύστημα αντίστοιχο με το παπικό. Ως προς αυτό, η Ρώμη θα κληρονομήσει τη ρωμαϊκή συγκεντρωτική παράδοση ενώ η Ορθοδοξία την ελληνική και ελληνιστική «αναρχία». Και αν πάμε ακόμα πάρα πέρα, η Ορθοδοξία θα αποδειχθεί η λιγότερο προσαρμοσμένη στο ωφελιμιστικό πνεύμα της «προόδου» των νεώτερων χρόνων, πράγμα που εξηγεί εν πολλοίς την «καθυστέρηση» του ορθοδόξου κόσμου έναντι του άλλου άκρου, του καπιταλιστικού κόσμου, του οποίου η ιδεολογία είναι η πλέον προσαρμοσμένη στο πνεύμα του προτεσταντισμού (όπως γνωρίζουμε από τον Μαξ Βέμπερ και μετά), αλλά και του ιουδαϊσμού.

Αυτή η «καθυστέρηση» της ορθοδοξίας έναντι του πνεύματος της νοησιαρχίας και της αποδοτικότητας καταδεικνύει ασφαλέστατα τον ισχυρότατο επηρεασμό της από το πνεύμα του ελληνικού και ελληνιστικού κόσμου, όπου η γνώση και η επιστήμη δεν μπαίνουν στην υπηρεσία της τεχνολογίας και όπου η «θέαση» του κόσμου παραμένει το υψηλότερο αγαθό. Θα λέγαμε κάτι το αντίστοιχο με την «ησυχία» των Πατέρων και του Γρηγορίου Παλαμά2.

Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές και θαυμαστές του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, ο Κώστας Παπαϊωάννου, υπογραμμίζει πως εκείνο το στοιχείο που εξασφάλιζε την ενότητα των είκοσι διαφορετικών λαών που ζούσαν στην αυτοκρατορία ήταν η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξη πίστη, ενώ «το Βυζάντιο αποτελεί μια δεύτερη άνθηση του ελληνισμού» και ο χριστιανισμός που μπολιάστηκε πάνω του «είχε ένα ανανεωτικό αποτέλεσμα κεφαλαιώδους σημασίας». Το ελληνικό πνεύμα θα διαποτίσει την πατερική θεολογία με την ελληνική πίστη στη φύση «που ακτινοβολεί στο έργο του Αγίου Βασιλείου, του Γρηγορίου Νύσσης ή του Μάξιμου του Ομολογητή. Γι’ αυτούς, ο κόσμος δεν είναι [μια] ζοφερή φυλακή». Σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον πατέρα του χριστιανικού μυστικισμού, ο κόσμος αποτελεί μία «Θεοφάνια», μία «φανέρωση του Θεού». Ο Μάξιμος, στην κριτική του στον Ωριγένη, θα είναι απολύτως σαφής: «Τίποτε δεν πρέπει να φοβάται κανείς περισσότερο», έλεγε, εκτός από την αντίληψη σύμφωνα με την οποία «αυτό το μοναδικό αριστούργημα που είναι ο ορατός κόσμος, μέσα στον οποίο ο Θεός αναγνωρίζεται από μία σιωπηλή αποκάλυψη, δεν έχει άλλη αιτία από την αμαρτία». Για τον Παπαϊωάννου:

Μέσα σ’ ένα τέτοιο σύμπαν όπου ο,τιδήποτε υπάρχει είναι «Θεοφάνια», κάθε ον είναι ένα αγαθό και το κακό δεν είναι παρά μια εξωπραγματική σκιά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η βυζαντινή τέχνη αρνήθηκε να υιοθετήσει τις δαιμονικές στρεβλώσεις και τα «τερατόμορφα αγρίμια» με τα οποία τα αποκαλυψιακά οράματα στόλισαν τις πύλες των μητροπόλεων του Βορρά…3

Ρωμιοί, Γραικοί, Έλληνες
Για χίλια χρόνια, η αρχαία ελληνική υπήρξε η γλώσσα των γραμμάτων, σε τέτοια έκταση ώστε οι μορφωμένες τάξεις θα απαρνηθούν την ελληνική δημώδη γλώσσα, την πραγματικά εθνική γλώσσα, προς όφελος της γλώσσας που μιλιόταν στην Αθήνα και στην Αλεξάνδρεια κατά την ελληνιστική εποχή. «Από τη φυλή και από τη γλώσσα είμαστε συμπατριώτες και κληρονόμοι των αρχαίων Ελλήνων» έλεγε ο Θεόδωρος Μετοχίτης στα τέλη του 13ου  αιώνα. Από εκεί προέρχεται επίσης η λατρεία για τον Όμηρο και τον Πλάτωνα, η αγάπη για τη μυθολογία και η σταθερή αφοσίωση στα πρότυπα της αρχαιότητας. Εξακολουθούσαν πάντα να διδάσκουν και να αποστηθίζουν τον Όμηρο, ενώ είναι γνωστοι οι ύμνοι για την Παναγία και τον Ευαγγελισμό, οι «κέντρωνες», των οποίων οι στίχοι αποτελούν δάνεια είτε από την Ιλιάδα είτε από την Οδύσσεια.4

Ο  ιστορικός Norman H. Baynes τοποθετεί τη βυζαντινή παράδοση στην άμεση συνέχεια του ελληνιστικού κόσμου και υποστηρίζει πως η παιδεία που αναπτύχθηκε στα βασίλεια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνεχίζεται και επηρεάζει βαθιά τα επιτεύγματα του Βυζαντίου. «Γιατί οι Βυζαντινοί είναι χριστιανοί Αλεξανδρινοί». Στην τέχνη ακολουθούν τα ελληνιστικά πρότυπα, κληρονομούν τη ρητορική παράδοση, τη φιλομάθεια και τον θαυμασμό για τον μεγάλο αιώνα της κλασικής Ελλάδος5.

Όσο μάλιστα απομακρύνεται χρονικά η ανάμνηση της αντίθεσης με την αρχαία ελληνική θρησκεία, υποχωρεί σταδιακώς και η ονομασία «Ρωμαίοι» και επανεμφανίζονται οι ονομασίες «Έλληνες» και «Γραικοί» ως συνώνυμες του «Ρωμαίοι» (Ρωμιοί). Έτσι, όταν το 1453 θα πέσει οριστικώς η αυλαία για τον βυζαντινό ελληνισμό, οι τρεις αυτές λέξεις είχαν γίνει ταυτόσημες και στο εξής θα χρησιμοποιούνται αδιακρίτως και εναλλακτικώς για να δηλώσουν τους νεώτερους Έλληνες.

Έως και τον 6ο αιώνα, το «Έλλην» ήταν συνώνυμο του «εθνικός» και «ειδωλολάτρης»6, ενώ οι κάτοικοι της ανατολικής Αυτοκρατορίας αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι, παρόλο που τα ελληνικά ήταν ήδη η κυρίαρχη και σύντομα η αποκλειστική γλώσσα του κράτους, για να μην αναφερθούμε στον λαό που, σε όλη την ανατολική ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήταν ανέκαθεν ελληνόφωνος. Η δε επιβίωση των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων, ακόμα και της αρχαίας θρησκείας ή υπολειμμάτων της, μαρτυρείται μέχρι τους μεσοβυζαντινούς χρόνους και εξηγεί εν μέρει την εμμονή των χριστιανικών πηγών και της κρατικής ιεραρχίας στην αποφυγή της προσωνυμίας «Έλλην».  
 
Ο ελληνικός λαός, ιδιαίτερα στην επαρχία της Ελλάδας και κατ’ εξοχήν στις πιο απομονωμένες περιοχές, όπως στην Αρκαδία και στη Μάνη, διατηρούσε τις αρχαίες παραδόσεις, όπως μαρτυρείται από πάμπολλα και συγκλίνοντα στοιχεία7. Ορισμένοι απαγορευτικοί κανόνες της «Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου» του 691/2 μας προσφέρουν σοβαρές ενδείξεις για τη συνέχεια του ελληνισμού και των παραδόσεών του, όπως οι υπ’ αριθμόν 51, 57, 61, 62, 65, 71. Με τον 51ο κανόνα απαγορεύονται οι «μίμοι. Τὰ τούτων θέατρα... καὶ αἱ ἐπί σκηνῆς ὀρχήσεις». Ο κανόνας 57 ορίζει ότι δεν πρέπει να προσφέρεται μέλι και γάλα κατά τη θεία Ευχαριστία («οὐ χρῆ ἐν τοῖς θυσιαστηρίοις μέλι καὶ γάλα προσφέρεσθαι»). Ο κανόνας 62 απαγορεύει τις εορτές προς τιμήν του Πανός, τα Βοτά, τη γιορτή του Διονύσου, και την επίκληση του ονόματός τους κατά τη διάρκεια του τρύγου και το πάτημα των σταφυλιών «ἐν τοῖς ληνοῖς», τη χρήση κωμικών προσωπείων και τις ανάλογες μουσικές. Ο 71ος κανόνας απαγορεύει στους σπουδαστές της νομικής να φορούν προχριστιανικά ενδύματα και να επιμένουν στα αρχαία ήθη («τοὺς διδασκομένους τοὺς πολιτικοὺς νόμους μὴ δεῖν τοῖς ἑλληνικοῖς ἔθεσι κεχρῆσθαι... ἢ παρὰ τὴν κοινὴν χρῆσιν στολὰς ἑαυτοῖς περιτιθέναι», κ.λπ. Ωστόσο οι συνήθειες αυτές επιβίωσαν παρά τις απαγορεύσεις για πολλούς αιώνες μετά. Σύμφωνα με τον Δ. Κωνσταντέλο στο «Μαρτύριο του αγίου Δασίου» που γράφηκε κατά τον 11ο αιώνα καταδικάζονται τα άσεμνα και αθέσμια παίγνια, τα μυσαρά είδωλα, και ό,τι διαδραματιζόταν κατά την εορτή των αρχαίων Κρονίων. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Μάρτυρα Δασίου, διατηρούνται σχεδόν αναλλοίωτες οι γιορτές στις Καλένδες του Ιανουαρίου, όπου οι εορτάζοντες μεταμφιέζονται, συμμετέχουν σε ανόσιες πομπές, φορούν δέρματα τράγων και παίρνουν την μορφή του διαβόλου αποβάλλοντας την χριστιανική ταυτότητά τους.

Τα «Κρόνια», αρχαία γιορτή προς τιμήν της χρυσής εποχής του Κρόνου, που συνδέθηκαν μετέπειτα με το φαγοπότι, την ελευθερογαμία, τις οργιαστικές συμπεριφορές και τα οποία ταυτίστηκαν από τους Ρωμαίους με τα Σατουρνάλια ή Βρουμάλια, φαίνεται πως επιβίωναν ακόμα τον 12ο αιώνα.

Είναι γνωστή και έχει προκαλέσει πάμπολλες συζητήσεις και διχογνωμίες η αναφορά του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (905-959) σε κατοίκους της Μάνης, οι οποίοι συνεχίζουν να αποκαλούνται «Έλληνες» από τους ντόπιους διότι τα παλιότερα χρόνια συνέχιζαν να προσκυνούν τα είδωλα «μέχρι τοῦ νῦν παρὰ τῶν ἐντοπίων  Ἕλληνες προσαγορεύονται διὰ τὸ ἐν τοῖς προπαλαιοῖς χρόνοις εἰδωλολάτρας εἶναι προσκυνητὰς τῶν εἰδώλων κατὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας...» και είχαν βαπτιστεί επί Βασιλείου του Μακεδόνος (830-886) «οἵτινες ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ ἀοιδίμου Βασιλείου βαπτισθέντες χριστιανοὶ γεγόνασιν»8. Ο όσιος «Νίκων ο Μετανο­είτε» επισκέφθηκε τη «γῆν Δωριέων», «τῶν εθνικῶν χώ­ρας»9 όπου ολοκλήρωσε τον εκπολιτισμό (και εκχριστια­νισ­μό;) των σλαβικών φύλων, των Μηλιγγών, των Νεζεριτών κ.λπ., που είχε εγκαινιάσει ο Βασίλειος. Το εάν υπήρχαν ακόμα και γηγενείς Έλληνες «εθνικοί», σύμφωνα με τον Δ. Κωνσταντέλο, ή εάν πρόκειται πλέον για χριστιανικούς πληθυσμούς, όπως υποστηρίζει ο εκδότης του «Βίου του Οσίου» Οδ. Λαμψίδης10, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. απλώς επιβεβαιώνεται πως έναν αιώνα μετά τον Βασίλειο εξακολουθούσε μέρος της περιοχής να αποκαλείται «χώρα των εθνικών» και ο όσιος Νίκων εκεί επρόκειτο να αφιερώσει τον ιεραποστολικό ζήλο της τελευταίας περιόδου της ζωής του. 11
Ο Ιωάννης Ζωναράς, που έζησε τον 12ο αιώνα (+ 1159) γράφει ότι κάποιοι συνεχίζουν να ακολουθούν τα εθνικά ήθη χωρίς να γνωρίζουν τι σημαίνουν, «ἔθη ἑλληνικά τε καὶ ἐθνικὰ κατὰ παράδοσιν ἐποίουν τινές, καὶ ποιοῦσι, μηδὲ εἰδότες τι δηλοῦσι τὰ γινόμενα...»12.

Όπως υπογράμμισε ο Σεβτσένκο, «ο Ελληνισμός, καταβληθείς από τον Χριστιανισμό, με την σειρά του κατέκτησε τον Χριστιανισμό»13, όπως είχε γίνει παλαιότερα με τη Ρώμη.
Η ισχυρότερη μάλιστα παρουσία της ελληνικής παράδοσης στην ελλαδική χερσόνησο τεκμαίρεται και από τη στάση των ελλαδικών πληθυσμών στην εικονομαχική έριδα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία συντάχθηκαν με τους εικονόφιλους. Μάλιστα, το 727, οι κάτοικοι της Ελλάδας και των Κυκλάδων («συμφωνήσαντες Ἑλλαδικοί τε καὶ οἱ τῶν Κυκλάδων νήσων») επαναστάτησαν κατά του Λέοντα Ίσαυρου, με αρχηγούς τον Αγαλλιανό, «τουρμάρχη» της Ελλάδας, και τον Στέφανο. Ανακηρύχθηκε μάλιστα και βασιλέας στην Ελλάδα ο Κοσμάς ο οποίος, με ικανές στρατιωτικές δυνάμεις και ισχυρό στόλο, στις 18 Απριλίου, κατέπλευσε έμπροσθεν της Κωνσταντινούπολης. Ο στόλος καταστράφηκε με το υγρόν πυρ και ο μεν Αγαλλιανός έπεσε μόνος του στη θάλασσα («ἔνοπλος ἑαυτόν ἐπόντωσεν»), ο δε Στέφανος και ο Κοσμάς παραδόθηκαν και αποκεφαλίσθηκαν. Για τον Νίκο Σβορώνο, η εξέγερση του Κοσμά είχε και λαϊκό κοινωνικό χαρακτήρα14.

Στον βαθμό όμως που αναπτύσσονται οι εθνικές και εθνοτικές διαφοροποιήσεις, ιδιαίτερα μετά τις σλαβικές εισβολές, η προσωνυμία «Ρωμαίοι» δεν φαίνεται πλέον αρκετή και γι’ αυτό χρειάζεται κάποιος επιπλέον προσδιορισμός που να υποδηλώνει τους ελληνόφωνους και ελληνικούς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας. Και αυτός ήταν συνηθέστερα στους μέσους βυζαντινούς αιώνες το «Γραικός-Γραικοί», ο οποίος δήλωνε τους ελληνικούς πληθυσμούς, χωρίς να χρησιμοποιεί την ακόμα ύποπτη για ειδωλολατρία ονομασία «Έλλην». Η λέξη Γραικός, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη και τον Απολλόδωρο15, όχι μόνο είναι ταυτόσημη με το Έλλην αλλά και αρχαιότερη, ενώ είναι η λέξη με την οποία οι περισσότεροι ξένοι λαοί και ειδικά οι δυτικοί αποκαλούσαν τους Έλληνες. Τον 5ο αιώνα, ο ιστορικός Πρίσκος αναφέρεται ήδη σε έναν Έλληνα που στην αυλή του Αττίλα αυτοχαρακτηρίστηκε ως «Γραικός εκ γενετής»16. Ο Θεόδωρος Στουδίτης (759-826) αναφέρεται επανειλημμένα στην «Γραικία», και τους «Γραικούς»17, γεγονός που καταδεικνύει πως εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα συχνή η χρήση της προσωνυμίας. Ακόμα χαρακτηριστικότερα, ο Λέων Στ΄ ο Σοφός, αναφερόμενος στον εξελληνισμό των σλαβικών φύλων από τον πατέρα του Βασίλειο, γράφει στα Τακτικά του:

Ταῦτα δὲ (τὰ σλαβικὰ φῦλα) ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων Βασίλειος τῶν ἀρχαίων ἠθῶν ἔπεισε μεταστῆναι καὶ γραικώσας καὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν ῥωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας καὶ βαπτίσματι τιμήσας…18

Πρόκειται για μια αναφορά με ιδιαίτερη και γενικότερη ιστορική σημασία, μια και αναφέρεται στον εξελληνισμό και τον εκχριστιανισμό των σλαβικών φύλων, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει η χρήση της μετοχής «γραικώσας». Όπως πολύ σωστά επισημαίνει η Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου19, εκτός από την υποταγή στο κράτος («κατά τὸν ρωμαϊκόν τύπον ὑποτάξας») και τον εκχριστιανισμό («βαπτίσματι τιμήσας»), πραγματοποιείται και ο εξελληνισμός («γραικώσας») που καταδεικνύει τη συνείδηση του αυτοκράτορα συγγραφέα για την οιονεί εθνική διάσταση του ελληνισμού, παράλληλα με την κρατική και τη θρησκευτική. Τέλος, καταδεικνύεται για μια ακόμα φορά η εκτεταμένη χρήση της λέξης «Γραικός» και των παραγώγων του. Οι δε Δυτικοί αποκαλούν συχνότατα τους Έλληνες «Γραικούς», ήδη από τον 5ο αιώνα, ακριβώς για να τους ξεχωρίζουν από τους Λατίνους «Ρωμαίους» και, σταδιακώς, να διαφοροποιήσουν τη Ρώμη από το Βυζάντιο. Βέβαια, δεν παύει να χρησιμοποιείται και το «Ρωμανία»20.

Καθώς αποδυναμώνεται η ταύτιση των Ελλήνων με τους ειδωλολάτρες και επιβεβαιώνεται η αναφορά στην ελληνική παιδεία, από τον Φώτιο και εφεξής, αρχίζει να χρησιμοποιείται, παράλληλα με το Ρωμαίος και Γραικός, και το «Έλλην». Αρχικά σε ό,τι αφορά στην παιδεία, για να καταλήξει, μετά τη λατινική κατάκτηση, και στους Έλληνες ως έθνος. Όπως γράφει ο Π. Χρήστου:

Η επανεμφάνισις του ονόματος Έλλην με την εθνική του σημασία έγινε όταν είχε λησμονηθή πλέον η ύπαρξις των ειδωλολατρών και η χρήσις του ήταν ακίνδυνη για τον Χριστιανισμό. Η επανεμφάνισις ακολούθησε την ίδια οδό με την εξαφάνισι. Το όνομα από εθνικό είχε εκπέσει πρώτα σε πολιτιστικό κι έπειτα σε θρησκευτικό και τέλος εξαφανίστηκε. [ ] Με την επανεμφάνισί του τώρα, για την δήλωσι καταστάσεων του παρόντος, γίνεται πρώτα πολιτιστικό κι έπειτα πάλι εθνικό21.

Ήδη ο Μιχαήλ Ψελλός επαινεί τον Ρωμανό Γ΄ διότι ήτο αναθρεμ­μένος «λόγοις ἑλληνικοῖς», ενώ αντίθετα ψέγει τον εντελώς άμοιρον «παιδείας ἑλληνικῆς» Μιχαήλ Δ΄22. Εκατό χρόνια αργότερα, χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της Άννας Κομνηνής στην Αλεξιάδα που αναφέρεται στο ορφανοτροφείο-εκπαιδευτήριο που είχε δημιουργήσει ο Αλέξιος: «Καί ἐστιν ἰδεῖν καὶ Λατίνον ἐνταῦθα παιδοτριβούμενον καὶ Σκύθην ἑλληνίζοντα καὶ Ῥωμαῖον τὰ τῶν Ἑλλήνων συγγράμματα μεταχειριζόμενον καὶ τὸν ἀγράμματον Ἕλληνα ὀρθῶς ἑλληνίζοντα»23. Οι μορφωμένοι Βυζαντινοί, προερχόμενοι από τη διοικητική ή τη στρατιωτική γραφειοκρατία, είναι ακόμα Ρωμαίοι ως προς το κράτος αλλά ήδη Έλληνες ως προς την παιδεία, γι’ αυτό και διαφοροποιούνται από τους «Λατίνους», οι «Σκύθες», δηλαδή οι Σλάβοι, εξελληνίζονται, ενώ οι αγράμματοι άνθρωποι του λαού αποκαλούνται ήδη «Έλληνες».

Ο Ανώνυμος Αθηναίος σχολιαστής της Ρητορικής του Αριστοτέλους, αναφερόμενος σε λεηλασίες των Δανισμενιτών Τούρκων στη Μικρά Ασία στα τέλη του 11ου αιώνα, εκφράζει τη συμπαράστασή του στους Έλληνες Μικρασιάτες: «δεῖ λοιπὸν καὶ ἡμᾶς τοὺς Ἀθηναίους, ὅπως φροντίζωμεν πῶς ἂν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες δοξάζωνται»24. Ο Νικήτας Χωνιάτης περατώνει την Ιστορία του με την Άλωση της Πόλης από τους «βαρβάρους δυτικούς» διότι δεν μπορεί να δεχθεί να συνεχίζει την συγγραφή, το «κάλλιστον εὕρημα τῶν Ἑλλήνων», «χαριζόμενος» σε βαρβαρικές πράξεις κατά των Ελλήνων25. Τον 13ο αιώνα, ο Ιωάννης Βατάτζης (1222-1254), βασιλιάς της Νικαίας, διεκδικεί την ελληνική ταυτότητα του Βυζαντίου. Στην επιστολή του στον Πάπα Γρηγόριο Θ΄ υποστηρίζει πως, «ἐν τῷ γένει τῶν Ἑλλήνων ἡμῶν ἡ σοφία βασιλεύει…»26. Ο διάδοχός του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1254-1258) θα ονομάσει την Αυτοκρατορία της Νικαίας «Ελληνικόν» και «Ελλάδα», ταυτίζοντας την κρατική υπόσταση με την ουσία της ελληνικής ταυτότητας. Επί πλέον ο Λάσκαρις αναφέρεται ήδη στο ελληνικό γένος –«ἁπασῶν γλωσσῶν τὸ ἑλληνικὸν ὑπέρκειται γένος»– και διεκδικεί την πνευματική ανωτερότητα των Ελλήνων, «Πᾶσα τοίνυν φιλοσοφία καὶ γνῶσις Ἑλλήνων εὕρεμα... Σύ δέ, ὢ Ἰταλέ, τίνος ἕνεκεν ἐγκαυχᾶ;». Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, τον  ίδιο αιώνα, θα αναφέρεται στην «ελληνίδα επικράτειαν»27 ενώ «ο Δημήτριος Κυδώνης στα τελευταία του έργα χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ως ισοδύναμη της λέξεως Βυζάντιον»28.

Παρ’ ότι συχνά υποστηρίζεται πως την προσωνυμία Έλληνες χρησιμοποιούσαν μόνον οι λόγιοι και οι πολιτικοί και καθόλου οι κληρικοί και οι μοναχοί ωστόσο πληθαίνουν και αυτών οι αναφορές στην «Ελλάδα». Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Κύπριος, αναφερόμενος στην Καππαδοκία, την ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου Γεωργίου, λέει πως «τοὺς οἰκήτορας ἐφάνη πλουτίσασα τὸ ἀνέκαθεν Ἕλληνας, γένος ἀφοσιωμένον τῇ τῶν λόγων φύσει» ενώ, μιλώντας για την πατρίδα του την Κύπρο την οποία κατείχαν οι Λουζινιάν, διερωτάται μέχρι πότε οι Έλληνες θα παραμένουν υπόδουλοι στους βάρβαρους Ιταλούς: «ἕως οὔπω βαρβάροις ἔλαχεν Ἰταλοῖς τὸ ἐκείσε δουλεύειν Ἑλληνικὸν».29

Στη Θεσσαλονίκη, επίκεντρο της Παλαιολόγειας, ελληνοκεντρικής, Αναγέννησης του 14ου αιώνα, οι αναφορές των κληρικών γίνονται πυκνότερες. Ο Νικόλαος Καβάσιλας Χαμαετός, απευθυνόμενος στον πατέρα του, θα μιλήσει για τους «ἐν ὑμῖν  Ἕλληνας», «τὸ κoιvόv τοῦτο πάσης Ἑλλάδος», «τῶν νῦν ἁπανταχοῦ τῆς ἡμετέρας  Ἑλλήνων»30. Ο δε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ισίδωρος θα αναγάγει τους αρχαίους Έλληνες σε πρότυπο συμπεριφοράς και αλληλεγγύης καθώς εκείνοι δεν έκλεβαν και βοηθούσαν τους φτωχούς, σε αντίθεση με τους σύγχρονούς του, που αρνούνταν να ενισχύσουν τους ενδεείς αδελφούς τους. Έτσι θα φθάσουμε, από τους Έλληνες ειδωλολάτρες, στους Έλληνες πρότυπο:
Καὶ Ἕλληνες μὲν αὐτὴν τὴν φύσιν διδάσκαλον προστησάμενοι καὶ φιλαδελφίαν ἐτίμησαν καὶ οὔτε ἥρπαζον ἀλλότρια, καὶ τῶν ἰδίων ἐκοινώνουν τοῖς ἐνδεέσι τῶν ὁμοφύλων˙ ὁ δὲ πρὸς τῷ μὴ χορηγεῖν τι τῷ ἀδελφῷ τῶν παρ’ αὐτοῦ, καὶ ἡδείαν ἑαυτῷ ποιούμενος τὰ ἐκείνου τράπεζαν, οὐ χείρων καὶ τῶν Ἑλλήνων.31
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων τονίζει προς τον Μανουήλ Παλαιολόγο ότι οι άνθρωποι των οποίων ηγείται είναι «Έλληνες το γένος ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί», ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης α-παιτεί να αντικατασταθεί πλήρως η ρωμαϊκή με την ελληνική εθνική προσηγορία, ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θα είναι πλέον «βασιλεύς των Ελλήνων» όπως θα αναγορεύει πλέον τους αυτοκράτορες ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ( ):

Oὐ γὰρ ᾤετο πρὸς βασιλέως Ἕλληνος, (σ. 4)… μηδενὸς δὲ ἀφιστάμενος τῶν ὅσα πρὸς τὴν τῶν Ἑλλήνων ἐλευθερίαν τείνει(σ. 5)… ὢ κοινῆς εὐζωίας ἐκείνης, ἢ τότε μὲν ἀγαθῇ τύχῃ ξυνῆμεν ἅπαν γένος  Ἑλλήνων [ibid.), ὢ τῆς Ἑλλάδος ἥλιε βασιλεῦ (σ. 7). Σοῦ τῶν Ἑλλήνων ἀγαθῆ τύχη νυνὶ βεβασιλευκότος (σ. 29), ὁ Θεὸς Ἑλλήνων ἀνέδειξε βασιλέα (σ. 45)... ἥ μόνη λέλειπται σωτηρία, τοῖς  Ἕλλησι. (σ. 45)32
Τέλος, οι Δυτικοί, Φράγκοι και Λατίνοι, παρόντες πλέον στην ελληνική Ανατολή, αποδίδουν στα ελληνικά το πατροπαράδοτο Graeci ως Έλληνες, όπως δείχνει το σχετικό χωρίο του Χρονικού του Μορέως.

Διαβάντα γὰρ χρόνοι πολλοὶ αὐτείνοι οἱ Ῥωμαῖοι
Ἕλληνες εἴχαν τὸ ὄνομα, οὕτω τοὺς ὀνομάζαν,
πολλὰ ἦσαν ἀλαζονικοί, ἀκόμα τὸ κρατούσιν–
ἀπὸ τὴν Ῥώμην ἐπήρασι τὸ ὄνομα τῶν Ῥωμαίων.33


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου