Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021

Mπάιντεν, Αμερικανορωσικές Σχέσεις και Στρατηγική Σταθερότητα

 

Θα ήταν κανείς μάλλον αιθεροβάμων να πιστέψει ότι ο Μπάιντεν είχε ποτέ κάποια πιθανότητα να αποτελέσει ένα είδος Ρούζβελτ ή Κέννεντι.

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Χρειάστηκαν στον Ντόναλντ Τραμπ τρεις μήνες και κάτι από την ανάληψη των καθηκόντων του, για να αποδείξει ότι η πολιτική του δεν ανταποκρινόταν στην εντύπωση που ήθελε να δημιουργήσει.

Τον Απρίλιο του 2017, ο υποτίθεται “αντίπαλος” των πολέμων και “φίλος” της Ρωσίας διέτασσε τον βομβαρδισμό της Συρίας, όπου στάθμευαν ρωσικές δυνάμεις, και έστελνε τον Υπουργό Εξωτερικών του, Ρεξ Τίλερσον στους Ρώσους να τους πει “ή με μας ή με τον Άσαντ”. Ακολούθησαν οι απειλές εξαϋλωσης της Βόρειας Κορέας, η επικοινωνιακή-πολιτική “νομιμοποίηση” της πυρηνικής απειλής, η κατάργηση του πλέγματος συμφωνιών ελέγχου των πυρηνικών όπλων, ένα θηριώδες πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των πυρηνικών δυνάμεων των ΗΠΑ, η αναγόρευση της Μόσχας και του Πεκίνου ως κύριων αντιπάλων της Αμερικής, ο εμπορικός πόλεμος κατά της Κίνας, η επιβολή κυρώσεων στις μισές χώρες του πλανήτη, η πολιτική επιτάχυνσης της κλιματικής αλλαγής, ενώ στη Μέση Ανατολή απεδείχθη ότι, το σύνθημα “η Αμερική πρώτα” σήμαινε μάλλον “το Ισραήλ πρώτο”.

Μερικοί υποστηρίζουν βέβαια ακόμα ότι όλα αυτά δεν έχουν μεγάλη σημασία, αφού τελικά δεν έγινε ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. (Το να μην αντιδρά κανείς στις πολιτικές που οδηγούν ενδεχομένως σε μια πυρηνική σύγκρουση έχει αρκετά πλεονεκτήματα. Δεν τα βάζεις με τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ, αλλά και μπορείς να λές, όσο δεν γίνεται ο πόλεμος, ότι είχες δίκιο και επιβεβαιώθηκες. Αν γίνει τελικά ο πόλεμος, δεν θα υπάρχει κανείς να σου πει ότι έκανες λάθος).

Το χειρότερο που έκανε ο Τραμπ ήταν ότι εισήγαγε ένα στοιχείο παραφροσύνης, ανορθολογισμού και ανηθικότητας και λατρείας της ισχύος, χωρίς προσχήματα και δικαιολογίες, στην αμερικανική ιδεολογία. Ο καζινάρχης επετέθη στα τελευταία υπολείμματα αστικής δημοκρατικής κουλτούρας των των ΗΠΑ και, γενικότερα μιλώντας, τα τελευταία εναπομένοντα επιτεύγματα της νεώτερης εποχής του ανθρώπινου πολιτισμού, κάτι που είναι απαραίτητο για να πάμε σε μεγάλο πόλεμο.

Οι “ουδέποτε τερματιζόμενοι” πόλεμοι είναι, έστω και δύσκολα, συμβατοί με τα υπολείμματα της αμερικανικής δημοκρατίας. Οι “κατακλυσμιαίοι” πόλεμοι χρειάζονται μια ριζικά διαφορετική ιδεολογία, όπως τη χρειάστηκε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος – και την προετοιμασία τέτοιων πολέμων εξυπηρετούσε η sui generis, παράφρων άκρα δεξιά του Τραμπ. (Το στοιχείο άλλωστε του ιρασιοναλισμού το εντοπίζει κανείς εύκολα και στην κλασική άκρα δεξιά, όπως π.χ. στον φασισμό του Μουσολίνι).

Μια πολύ κακή και μια κακή επιλογή

Αν οι πολιτικές Τραμπ είχαν επιβεβαιωθεί από το αμερικανικό εκλογικό σώμα τον περασμένο Νοέμβριο, τότε η οικολογική, μεσανατολική και πυρηνική πολιτική, όπως και η ιδεολογία (ή έλλειψη ιδεολογίας) του Νεογιορκέζου μεγιστάνα, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να μας οδηγήσουν σύντομα σε πλανητικών συνεπειών καταστροφές, για αυτό και πολλοί άνθρωποι στην ίδια την Αμερική υποστήριξαν τον Μπάιντεν, “επιλέγοντας εχθρό”, όπως είπε κάποια στιγμή ο Σάντερς.

Βεβαίως, θα ήταν κανείς μάλλον αιθεροβάμων να πιστέψει ότι ο Μπάιντεν είχε ποτέ κάποια πιθανότητα να αποτελέσει ένα είδος Ρούζβελτ ή Κέννεντι. Ήταν μια κακή επιλογή έναντι μιας πολύ κακής επιλογής. Το αμερικανικό κεφάλαιο τον υποστήριξε άλλωστε μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι είχε ηττηθεί ο Σάντερς.

Γενικότερα, η τάση προς γενικευμένο πόλεμο κατά πάντων (του Ισλάμ, της Ρωσίας, της Κίνας, των φτωχών, του πολιτισμού, της φύσης) είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού της εποχής μας, για βαθείς δομικούς, οργανικούς λόγους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των ασκουμένων πολιτικών και των εκπροσώπων του (όπως υπήρξαν και στο παρελθόν, π.χ. μεταξύ ενός Χίτλερ και ενός Τσώρτσιλ).

Είναι, σημειωτέον, για τον λόγο αυτό που η υποτιθέμενη δυτική αριστερά “αυτοκτονεί”, στο μέτρο που υιοθετεί τη δικαιολόγηση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων με επιχειρήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατίας (τα είδαμε εξάλλου αυτά στο Ιράκ, στη Λιβύη και σε δεκάδες άλλες χώρες του πλανήτη, ακόμη και στην άγρια καταστολή των εξεγερμένων Γάλλων, σε μια από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις δηλαδή).

Μπάιντεν: από τη συμφωνία START στην επίθεση στον Πούτιν

Ο Μπάιντεν άρχισε τη θητεία του με δύο πολύ σημαντικά και προοδευτικά βήματα. Πρώτον επανέφερε τις ΗΠΑ στη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, έστω και αν η ίδια η συμφωνία είναι ανεπαρκής για να σταματήσει, από μόνη της, την κλιματική καταστροφή του πλανήτη. Δεύτερον, τηλεφώνησε στον Ρώσο Πρόεδρο Πούτιν και συμφώνησαν την άμεση επέκταση για μια πενταετία της συμφωνίας START για τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα. Αυτή η συνθήκη ήταν η τελευταία εναπομείνασα συνθήκη του πλέγματος ελέγχου των πυρηνικών όπλων που κατεδάφισαν οι Αμερικανοί μετά το “τέλος” του Ψυχρού Πολέμου και με ιδιαίτερη μανία ο Τραμπ.

Στο ζήτημα του Ιράν, που είναι από τα πιο κρίσιμα, ο Μπάιντεν εξακολουθεί και σήμερα να λέει ότι θέλει να γυρίσει στη συμφωνία του Ομπάμα, όμως έχει βάλει πολύ νερό στο κρασί του, υπό την πίεση του ισραηλινού λόμπι, και είναι αμφίβολο το τι θα γίνει τελικά.

Όλο όμως το κλίμα στις διεθνείς σχέσεις άλλαξε ριζικά, αρχίζοντας με τη δήλωση του Αμερικανού Προέδρου ότι ο Πούτιν είναι “δολοφόνος χωρίς ψυχή”. Η δήλωση αυτή ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή γιατί ο ίδιος ο Μπάιντεν, αν έχει αλλάξει πάρα πολλές φορές τις απόψεις του, προσαρμοζόμενος στους ανέμους που φυσούν κατά καιρούς στην Ουάσιγκτον, επέδειξε μια αξιοσημείωτη σταθερότητα στην υποστήριξη τριών πραγμάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής του καριέρας:

  • στην ανάγκη διατήρησης καλής επικοινωνίας μεταξύ των ηγεσιών των πυρηνικών υπερδυνάμεων,
  • στην ανάγκη διατήρησης της “στρατηγικής σταθερότητας”,
  • στην υποστήριξη της πολιτικής “μη πρώτης χρήσης” του πυρηνικού όπλου. Μάλιστα έσπευσε, ο ίδιος, αφού είπε ό,τι είπε για τον Πούτιν, να επανέλθει, στην ίδια συνέντευξη προς το ABC, υπενθυμίζοντας την υπογραφή της START, επικαλούμενος το καλό της ανθρωπότητας, που “είναι πάνω από όλα”.

Προβλεψιμότητα, στρατηγική σταθερότητα, μη πρώτη χρήση

Καταλαβαίνοντας, ιδίως μετά την εμπειρία τους στην κρίση των πυραύλων της Κούβας, ότι ένας παγκόσμιος πυρηνικός πόλεμος και δυνατός είναι και δεν θα έχει νικητές, οι Αμερικανοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται καλή επικοινωνία, στρατηγική σταθερότητα και πολιτική μη πρώτης χρήσης. Αυτά απετέλεσαν το θεμέλιο του συστήματος ελέγχου των εξοπλισμών. Πάντα βέβαια υπήρχαν και οι εξτρεμιστές που ποτέ δεν τα αποδέχθηκαν αυτά, όπως η Committee on the Present Danger και το περιοδικό Commentary, οι πρόγονοι των Νεοσυντηρητικών αρχιτεκτόνων του “Πολέμου των Πολιτισμών” γενικά και της εισβολής στο Ιράκ ειδικά (Περλ, Τσένι, Βούλφοβιτς, Νετανιάχου, Νούλαντ κ.ά.). Σήμερα έχει παρουσιαστεί η τελευταία γενιά των αντικινέζων “ψυχροπολεμιστών”, που δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 2019, με το όνομα “Committee on the Present Danger: China” (CPDC) και σε στενή συνεργασία με τον πρώην υφυπουργό του Ρήγκαν Φρανκ Γκάφνεϊ και τον στρατηγιστή του Τραμπ, πρώην τραπεζίτη της Goldman Sachs και πρώην αξιωματικό του αμερικανικού Ναυτικού, Στηβ Μπάνον.

Στο σημερινό τεχνολογικό περιβάλλον η ανάγκη προβλεψιμότητας και στρατηγικής σταθερότητας είναι ακόμα πιο μεγάλη από ότι επί του πρώτου Ψυχρού Πολέμου. Να προσθέσουμε επίσης στο σημείο αυτό ότι ο Μπάιντεν έχει επιλέξει μια πολύ προοδευτική ομάδα συμβούλων για τα θέματα ελέγχου των πυρηνικών όπλων, η οποία θέλει να “ξαναστήσει” το οικοδόμημα ελέγχου αυτών των όπλων, αλλά και να αναθεωρήσει το θηριώδες πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των αμερικανικών πυρηνικών όπλων επί Τραμπ. Το τι θα πετύχει αυτή η ομάδα είναι βέβαια τελείως συζητήσιμο. Είναι πολύ ευκολότερο να γκρεμίζεις από το να χτίζεις, όσο για το αμερικανικό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα είναι ένα τέρας που δύσκολα αποδέχεται οποιαδήποτε περικοπή.

Όταν όμως αποκαλείς τον ηγέτη της αντίπαλης πυρηνικής υπερδύναμης “δολοφόνο χωρίς ψυχή”, αν δεν κηρύσσεις ουσιαστικά πόλεμο στη χώρα του, πάντως, υπονομεύεις κάθε αμοιβαίο σεβασμό και αξιοπιστία που απαιτεί μια καλή επικοινωνία. Δεν γνωρίζουμε αν ο Μπάιντεν ήθελε όντως να κάνει αυτή τη δήλωση, ή αν του επεβλήθη από τις “υπερκείμενες εξουσίες” της Αυτοκρατορίας ή από το εξωφρενικά αντιρωσικό πολιτικό κλίμα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτό που γνωρίζουμε είναι, λέγοντας αυτά που είπε για τον Πούτιν, έχει ήδη υπονομεύσει την πολιτική που θέλει να ασκήσει στον τομέα των πυρηνικών όπλων, αλλά και της Μέσης Ανατολής, όπου του χρειάζεται οπωσδήποτε η συνεργασία της Μόσχας, αν θέλει να πραγματοποιήσει όσα υπεσχέθη.

Κάνει και κάτι άλλο. Υπονομεύοντας ο ίδιος το κανάλι επικοινωνίας του με τον ηγέτη της Ρωσίας, δίνει χώρο στους εξτρεμιστές της Αυτοκρατορίας να του οργανώσουν προβοκάτσιες στην Ουκρανία ή και τη Μέση Ανατολή, που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν ακόμα και σε κατευθύνσεις τελείως διαφορετικές από αυτές που θα ήθελε να ακολουθήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου