Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Σκέψεις για την ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΛΑΕ

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
Στην ιστορία του διεθνούς σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος, σχεδόν ποτέ τα ιδρυτικά συνέδρια νέων πολιτικών φορέων που αγωνίζονταν για τη χειραφέτηση της εργασίας δεν έφεραν προγραμματικές και θεωρητικές τομές. Η πραγματική τομή ήταν η ίδια η δύσκολη “πρωταρχική συσσώρευση” μιας κρίσιμης μάζας αγωνιστών, μέσα από την ενοποίηση διαφορετικών ρευμάτων, ομίλων, κινημάτων και οργανώσεων για το άνοιγμα ενός καινούργιου δρόμου ελπίδας και ανατροπής.
Θα ήταν υπερβολική αξίωση να προσδοκά κανείς ότι η ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΛΑΕ- ενός μετωπικού φορέα, που προέκυψε ως συμπόρευση ρευμάτων με διαφορετική προέλευση, ευαισθησίες και ιδεολογικές αναφορές- θα αποτελέσει την εξαίρεση. Ζητούμενο δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, να λύσουμε τα μεγάλα, εκκρεμή θεωρητικά και στρατηγικά προβλήματα του αριστερού κινήματος, αλλά να αποκτήσουμε τον κοινό χώρο, την κοινή γλώσσα, το σταθερό βάδισμα και την αλληλεγγύη που είναι απολύτως αναγκαία στοιχεία για τα επόμενα, αποφασιστικότερα βήματα.
Οι Θέσεις που κατέθεσε το προσωρινό πολιτικό συμβούλιο της ΛΑΕ προς συζήτηση αντικατοπτρίζουν μια προσπάθεια σύνθεσης των διαφορετικών... ρευμάτων που την συγκρότησαν. Αποτελούν σε αρκετά, καίρια σημεία τους προϊόν συμβιβασμού, κάτι αναπόφευκτο εφ' όσον δεν επιλέξαμε, και σωστά, το δρόμο της συγκρότησης ενός μονολιθικού πολιτικού φορέα. Επομένως, πρέπει να κριθούν με βάση την απάντηση στο ερώτημα αν πρόκειται για έναν συμβιβασμό προωθητικό ή παραλυτικό για την κοινή μας υπόθεση- την ανατροπή του μνημονιακού καθεστώτος που έχει επιβληθεί και το άνοιγμα δρόμων για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Γνώμη μου είναι ότι ισχύει το πρώτο, αν και τα πιο δύσκολα είναι, βέβαια, μπροστά μας.
Αρκετοί υποστηρίζουν ότι η ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΛΑΕ έρχεται με καθυστέρηση. Είναι αλήθεια.Αργήσαμε όχι δύο ή τρεις μήνες, αλλά έξι χρόνια! Η μετωπική συμπόρευση της ριζοσπαστικής, αντι-ΕΕ Αριστεράς θα έπρεπε να έχει δρομολογηθεί από την άνοιξη του 2010, όταν η υπογραφή του πρώτου μνημονίου από την κυβέρνηση Παπανδρέου έριξε την πρώτη “ατομική βόμβα” στον κόσμο της εργασίας, ανοίγοντας ταυτόχρονα ένα παράθυρο ιστορικής ευκαιρίας για τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής ανατροπής.
Καθένας μπορεί να φανταστεί, αν και δεν έχει μεγάλη αξία, πόσο διαφορετικές θα ήταν οι εξελίξεις αν οι τότε ηγεσίες του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είχαν ακολουθήσει, κάθε μια με τον τρόπο της, άγονη σεχταριστική γραμμή. Οι δυνάμεις που θα συγκροτούσαν, πέντε χρόνια αργότερα, τη ΛΑΕ, είτε ανήκαν τότε στο ΣΥΡΙΖΑ, είτε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είτε σε άλλους χώρους, πιστώνονται το γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή διαισθάνθηκαν την κρισιμότητα της συγκυρίας και πάσχισαν, με διάφορους τρόπους, για τη μετωπική, αντιμνημονιακή, αντι-ΕΕ συμπόρευση. Δεν τα κατάφεραν, εν μέρει λόγω και των δικών τους ελλειμμάτων, αν και οι ευθύνες τους είναι άλλης τάξης μεγέθους από εκείνους που δεν προσπάθησαν καν.
Η συγκυρία στην οποία συγκαλείται η ιδρυτική συνδιάσκεψη χαρακτηρίζεται από την προσωρινή και εύθραυστη σταθεροποίηση του μνημονιακού καθεστώτος στην Ελλάδα, με την προώθηση των επαχθών μνημονιακών μέτρων (ασφαλιστικό, φορολογικό, πολυνομοσχέδιο) και τη δρομολογημένη ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Αυτό συμβαίνει σε ένα διεθνές περιβάλλον αντεπίθεσης του ιμπεριαλισμού στα πιο προχωρημένα φυλάκια της Αριστεράς, στη Λατινική Αμερική. Οι εξελίξεις αυτές αναπόφευκτα προκαλούν απογοητεύσεις και τάσεις αποστράτευσης στον ευρύτερο αριστερό, ριζοσπαστικό χώρο και δεν θα ξεπεραστούν με βερμπαλισμό και βεβιασμένες κινήσεις.
Όποιος οδηγεί σε ανώμαλο δρόμο είναι υποχρεωμένος να κατεβάσει ταχύτητα για να κερδίσει σε δύναμη. Χρειαζόμαστε έναν σε βάθος αναστοχασμό της θετικής και αρνητικής πείρας που συσσώρευσαν, στην Ελλάδα και διεθνώς, οι αγώνες του προηγούμενου κύκλου, που κλείνει πίσω μας. Δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα ωφεληθούμε από μια ενδεχόμενη- αλλά όχι αναγκαστικά γρήγορη- κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και δεν θα πείσουμε εκτοξεύοντας εναντίον της ηγεσίας του όλα τα συνώνυμα της προδοσίας και του ξεπουλήματος. Όχι ότι δεν τα δικαιούται, αλλά οι συνεχείς κραυγές ηχούν ως ένδειξη αδυναμίας, κατά το “σκυλί που γαβγίζει, δεν δαγκώνει”.
Εκείνο που πρωτίστως χρειάζεται ο κόσμος της ΛΑΕ, ο κόσμος της Αριστεράς, ο λαϊκός κόσμος ευρύτερα, είναι πεποίθηση και έμπνευση. Πεποίθηση, χτισμένη πάνω σε μια πειστική, εναλλακτική λύση απέναντι στη μνημονιακή τραγωδία- και έμπνευση που θα τροφοδοτείται από μια πρωτοποριακή αίσθηση του ιστορικού χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε όχι απλώς ένα “μίνιμουμ πρόγραμμα”, κάτι σαν συγκόλληση αιτημάτων μιας εργατικής κίνησης και ενός δικτύου δικαιωμάτων, αλλά ένα δυναμικό σχέδιο κοινωνικής ανατροπής. Ένα πρόγραμμα, που θα συνδυάζει τη μέγιστη δυνατή πολιτική ενότητα με μια ελάχιστη σύγκλιση στα πεδία των ιδεών, της φυσιογνωμίας και του πολιτισμού, χωρίς την οποία θα δίνουμε την εικόνα Πύργου της Βαβέλ, στο στιλ του παλιού ΣΥΡΙΖΑ.
Οι Θέσεις αποτελούν ένα βήμα- όχι βέβαια επαρκές- που μας φέρνει πιο κοντά σε μια παρόμοια προγραμματική συγκρότηση. Περιέχουν ορισμένες δυναμικές ιδέες, οι οποίες, αν τύχουν καλύτερης επεξεργασίας και δεν μείνουν στα χαρτιά, μπορούν να κεντρίσουν ευρύτερα στρώματα. Θα ξεχωρίσω ορισμένες από εκείνες που θεωρώ σημαντικότερες, καταθέτοντας τη δική μου, καθόλα υποκειμενική, ανάγνωση.
1. Αναγνωρίζουμε ως πρωταρχικό εχθρό, πραγματικό σκάνδαλο των σύγχρονων κοινωνιών, εναντίον του οποίου απαιτείται να συμπαταραχθεί το ευρύτερο δυνατό μέτωπο λαϊκών δυνάμεων, τη δικτατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, διεθνούς και ελληνικού.
Η υπερτροφία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που κατέχει κεντρικό ρόλο στο πλαίσιο του άρχοντος συνασπισμού, αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του σύγχρονου, «ολοκληρωτικού» καπιταλισμού. Κατ’ εξοχήν ρευστό από τη φύση του, το χρηματοπιστωτικό σύμπλεγμα αποτελεί (μαζί με το στρατιωτικό- βιομηχανικό) την πιο επιθετική μερίδα του κεφαλαίου, που έχει συμφέρον να γκρεμίσει κάθε εθνικό, δημοκρατικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό φραγμό, να «ρευστοποιήσει»- διαλύσει στην ίδια την εργατική τάξη, υποβιβάζοντάς την σε ασπόνδυλη «μάζα» μοναχικών βιοπαλαιστών. Η υπερχρέωση που φέρνει μαζί της η «χρηματοποίηση» του σύγχρονου καπιταλισμού αποτελεί τον πιο ισχυρό μηχανισμό εκβιασμού και πολιτικής ομηρίας τόσο των χρεωμένων κρατών, όσο και των χρεωμένων νοικοκυριών.
Επομένως, η χαλιναγώγηση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και ο έλεγχος του χρήματος αναδύονται αβίαστα στην πρώτη γραμμή κάθε προγράμματος αντιμνημονιακής, ριζοσπαστικής ανατροπής. Η στάση πληρωμών με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, η ανάκτηση του ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος, η εθνικοποίηση- κοινωνικοποίηση των συστημικών τραπεζών (πιο βαρύ και πιο δύσκολο μέτρο σήμερα, παρά προ τρίτου μνημονίου, όταν η πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου τους ανήκε στο δημόσιο) και η οργανωμένη ελάφρυνση του χρέους των λαϊκών νοικοκυριών, επιβάλλονται, επί ποινή πολιτικής συντριβής, όπως έδειξε και η πείρα της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, από τα πρώτα βήματα οποιουδήποτε απελευθερωτικού εγχειρήματος.
2. Θέτουμε ως θεμελιώδη προϋπόθεση για μια λυτρωτική έξοδο από την κρίση και τα μνημόνια προς όφελος των λαϊκών τάξεων την ανάκτηση της εθνικής- λαϊκής κυριαρχίας από τις δυνάμεις του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, που την έχουν απαλλοτριώσει.
Σε στενή αλλολοσύνδεση και αλληλοτροφοδότηση με τη «χρηματοποίηση», η παγκοσμιοποίηση αποτελεί ένα δεύτερο, κεντρικό στοιχείο των τελευταίων δεκαετιών. Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός μας φέρνει σε μια κατάσταση πραγμάτων που εμφανίζει, από ορισμένες απόψεις, αναλογίες με τις παλιές Αυτοκρατορίες του 19ου αιώνα, εναντίον των οποίων ξέσπασε η μεγάλη «Άνοιξη των Λαών», του 1848-50. Οι λαϊκές- δημοκρατικές επαναστάσεις εκείνης της εποχής εξέφραζαν μια ιστορική αναγκαιότητα: την ανάγκη να συντριβούν οι φεουδαρχικοί, απολυταρχικοί και συντεχνιακοί δεσμοί που εμπόδιζαν το σχηματισμό εθνών- κρατών, τη δημοκρατία και τη μισθωτή εργασία, αναστέλλοντας τη φυσική ανάπτυξη του καπιταλισμού, αλλά και οποιαδήποτε κοινωνική πρόοδο.
Σήμερα, χρειαζόμαστε μια καινούργια «Άνοιξη των Λαών», που θα ανακτήσει την εθνική- λαϊκή κυριαρχία, τη δημοκρατία και τα στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα, απέναντι στη νέα Αυτοκρατορία του γερασμένου, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που τα διαλύει όλα αυτά και απειλεί την ανθρωπότητα με μια καινούργια περίοδο Σκοτεινών Χρόνων. Δεν θεωρώ γόνιμη τη διαμάχη αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στον διεθνισμό και τον πατριωτισμό, ωσάν να είχαμε την ελευθερία να προτιμήσουμε ζεστό ή κρύο εσπρέσο. Η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατίας τίθενται ως στοιχειώδεις προϋποθέσεις ανάκτησης του ίδιου του πεδίου πάνω στο οποίο μπορεί να δώσει τη μάχη της η σύγχρονη εργατική τάξη, όχι μόνο για τα υπόδουλα έθνη χωρίς κράτος, αλλά ακόμη και για τους λαούς των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Ακόμη περισσότερο δε για το λαό της Ελλάδας, μιας χώρας με ενδιάμεση θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Επομένως, το πρόγραμμά μας οφείλει συνειδητά και ξεκάθαρα να κινηθεί σε μια γραμμή «απο- παγκοσμιοποίησης». Γραμμή, που δεν θα σημαίνει βέβαια «αυτάρκεια» και απόσυρση από το διεθνή καταμερισμό εργασίας, αλλά στοιχειώδη έλεγχο πάνω στις μορφές, την έκταση και τους τρόπους ένταξής μας. Η απόσυρση από ολέθριες, για τα κοινωνικά δικαιώματα και το περιβάλλον, συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου (με την ΤΤΙΡ να αποτελεί το πιο κραυγαλέο παράδειγμα) και η επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, όπως και επιλεκτικού προστατευτισμού για μια ορισμένη, μεταβατική περίοδο, αποτελούν αναπόδραστες προϋποθέσεις οικονομικής ανόρθωσης και παραγωγικού μετασχηματισμού.
3. Στη βάση των παραπάνω, η έξοδος από την ευρωζώνη και η ανυπακοή στην Ε.Ε. αποτελούν απολύτως κομβικό στοιχείο οποιουδήποτε απελευθερωτικού προγράμματος, όπως άλλωστε έδειξε πεντακάθαρα η οδυνηρή εμπειρία της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Δεν είναι μυστικό ότι από την πρώτη στιγμή που συγκροτήθηκε η ΛΑΕ υπήρξαν ταλαντεύσεις και διαφωνίες για το κεντρικό αυτό πρόβλημα, κάτι που κατά τη γνώμη μου έπαιξε κρίσιμο, αρνητικό ρόλο και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Οι Θέσεις αντιμετωπίζουν σε γενικές γραμμές σωστά, πιστεύω, το ζήτημα, αν και δεν λείπουν οι προσπάθειες να τραβηχτεί το πουλόβερ προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, με κίνδυνο να το ξεχειλώσουν ή και να το ξηλώσουν.
Η «αριστερή» δυσανεξία στην αποδέσμευση από την ευρωζώνη αιτιολογείται με το επιχείρημα ότι ένας τέτοιος στόχος προτάσσει το εθνικό του διεθνιστικού και το παλλαϊκό του ταξικού. Αν αυτό που θέλουν να πουν τα εν λόγω ρεύματα είναι ότι η έξοδος από το ευρώ δεν έχει, από μόνη της, αριστερό- ταξικό πρόσημο, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, υπέρ της εξόδου τάσσονται, από διαμετρικά αντίθετες κοινωνικές και ιδεολογικές θέσεις, ρεύματα που ξεκινούν από τη ριζοσπαστική Αριστερά και φτάνουν μέχρι την εθνικιστική, ξενοφοβική Δεξιά. Προφανώς, οποιαδήποτε ασάφεια, κλείσιμο του ματιού ή ακόμη χειρότερα συμπόρευση με τον δεξιό, εθνικιστικό αντιευρωπαϊσμό θα ισοδυναμούσε με πολιτική αυτοκτονία.
Αν όμως το «αντι- ευρώ» δεν έχει εκ των προτέρων ταξικό πρόσημο, το «μένουμε Ευρώπη» προφανέστατα έχει: είναι το πρόσημο της μεγαλοαστικής τάξης και της ιμπεριαλιστικής κηδεμονίας. Επομένως, οφείλουμε να σηκώσουμε χωρίς δισταγμό τη σημαία της εξόδου από την ευρωζώνη και να δώσουμε τη μάχη για την ιδεολογική ηγεμονία σ’ αυτό το πεδίο. Πολύ περισσότερο που στην Ελλάδα δεν υπάρχει μέχρι τώρα (αν και μπορεί να υπάρξει αύριο) κανένα ηγεμονικό τμήμα της άρχουσας τάξης, καμία υπολογίσιμη αστική, πολιτική δύναμη που υιοθετεί την έξοδο. Θα ήταν ανοησία να εγκαταλείψουμε οικειοθελώς σε τέτοιου είδους δυνάμεις αυτό το πεδίο, που με τόσο κόπο και τόσο κόστος κερδίσαμε.
Στον αντίποδα, διατυπώνεται η θέση ότι πρέπει να υιοθετήσουμε το στόχο της διπλής αποδέσμευσης από ευρώ και Ε.Ε., όπως κάνουν, με διαφορετικούς τρόπους και λογική, το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Είναι μια «πιο απλή», «πιο ξεκάθαρη» γραμμή, που «κόβει δρόμο», βραχυκυκλώνοντας τους δύο κόμβους, την έξοδο από το ευρώ και την έξοδο από την Ε.Ε. Ωστόσο τα βραχυκυκλώματα έχουν τους προφανείς κινδύνους τους, όπως τους έχει και η λογική της βερμπαλιστικής «ευκολίας», που τροφοδοτείται από την αυταπάτη του εξεγερμένου διανοούμενου ή του κομματικού γραφειοκράτη ότι το να «λύσει» ένα δύσκολο πρόβλημα στο χαρτί είναι σαν να το έχει ήδη λύσει στην πράξη.
Οι Θέσεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αυταπατών ότι η Ε.Ε. δεν θα αντιδράσει σφοδρά, από την πρώτη στιγμή, σε οποιοδήποτε αριστερό, αντιμνημονιακό εγχείρημα. Από μόνη της η στάση πληρωμών συνιστά κήρυξη ανταρσίας στην Ε.Ε. και το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, που δεν θα σπεύσουν, βέβαια, να μας βοηθήσουν, σε συναινετική ατμόσφαιρα, να ξηλώσουμε την κυριαρχία τους και να προωθήσουμε το σοσιαλισμό στην Ελλάδα. Σ΄αυτό το πνεύμα, οι Θέσεις θεωρούν τη ρήξη αναπόφευκτη και προετοιμάζουν τον κόσμο γι αυτήν, θέτοντας ζήτημα δημοψηφίσματος για την έξοδο από την Ε.Ε..
Μια Αριστερά που αγωνίζεται, όμως, για να πείσει και να νικήσει, αντί να αναλώνεται σε πλειστηριασμούς επαναστατικών διακηρύξεων που καθόλου δεν ενοχλούν τον εχθρό, δεν έχει λόγο να βιαστεί να τα βάλει με όλους τους «Δράκους» ταυτόχρονα, από την πρώτη κιόλας στιγμή, αποθαρρύνοντας τις λαϊκές δυνάμεις, αντί να τις συσπειρώνει και να τις ωριμάζει μέσα από την ίδια τους την πείρα. Μια τέτοια μαξιμαλιστική λογική, ουσιαστικά διαγράφει τον κρίσιμο, κομβικό στόχο της αποδέσμευσης από το ευρώ, αφού, αν είναι να φύγουμε αμέσως από την Ε.Ε., δεν έχει καν νόημα να μιλάμε για το νόμισμα. Επιπλέον, υποτιμά την επιρροή που ασκεί στο φαντασιακό μεγάλου μέρους των λαϊκών στρωμάτων η ευρωπαϊκή ταυτότητα και την ανάγκη μιας σοβαρής μάχης με τον αστισμό για την ιδεολογική ηγεμονία.
Τέλος, δεν κατανοεί τη σημασία να κερδίσουμε ζωτικής σημασίας χρόνο για να προκαλέσουμε τους ισχυρότερους δυνατούς κραδασμούς στο εσωτερικό άλλων, κατά προτίμηση ισχυρών, ευρωπαϊκών κρατών και να εξασφαλίσουμε τις ευρύτερες δυνατές συμμαχίες με λαούς, κινήματα, κόμματα και, ει δυνατόν, αυριανές κυβερνήσεις. Συμμαχίες που κάποια στιγμή είναι ανάγκη να πάρουν τη μορφή μιας περιφερειακής ολοκλήρωσης κυρίαρχων εθνών- κρατών της Ευρώπης και της Μεσογείου. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς παράγοντες που θα κρίνουν μεσοπρόθεσμα και την επιβίωση ή όχι του δικού μας, «εθνικού» εγχειρήματος. Επιτέλους, αν ο σοσιαλισμός σε μία χώρα ήταν αδύνατος σε μια τεράστια χώρα όπως η Ρωσία, στις αρχές του 20ού αιώνα, αποτελεί ξεκάθαρη ονειροφαντασία για τη μικρή Ελλάδα, στην εποχή μας.
4. Η έξοδος από την κρίση και η σταθεροποίηση μιας λαϊκής εξουσίας απαιτούν την προώθηση, από την πρώτη στιγμή, όχι μόνο μέτρων αναδιανομής του πλούτου, αλλά και μιας ριζοσπαστικής αλλαγής του παραγωγικού προτύπου.
Αυτό είναι ένα από πιο κεντρικά διδάγματα των πλούσιων, θετικών και αρνητικών, εμπειριών των λατινοαμερικάνικων κινημάτων τα τελευταία 17 χρόνια. Η μακροημέρευση αριστερών κυβερνήσεων, που είχαν να αντιμετωπίσουν λυσσώδεις αντιδράσεις από την πλευρά του ιμπεριαλισμού και των εσωτερικών ολιγαρχιών, δεν θα ήταν δυνατή αν, πλάι στα άμεσα μέτρα αναδιανομής για την ανακούφιση και ισχυροποίηση των λαϊκών στρωμάτων, δεν προωθούσαν ριζοσπαστικές αλλαγές στο μοντέλο και τις σχέσεις παραγωγής, με πυρήνα τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Η κοινωνικοποίηση καίριων εθνικών πόρων και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων προσέφερε σε αυτές τις κυβερνήσεις έναν κρίσιμο «ζωτικό οικονομικό χώρο», χωρίς τον οποίο θα είχαν καταρρεύσει πολύ γρήγορα λόγω οικονομικής ασφυξίας, η οποία θα έστρεφε μεγάλο τμήμα των λαϊκών στρωμάτων στην πλευρά της αντεπανάστασης.
Τα προβλήματα, που σήμερα έχουν φτάσει στο όριο του παροξυσμού σε ορισμένες χώρες, όπως η Βενεζουέλα, οφείλονται (και) στο γεγονός ότι αυτή η αναγκαία προσπάθεια δεν έγινε στην έκταση, το βάθος και με την αποτελεσματικότητα που απαιτούνταν. Οι αριστερές κυβερνήσεις σε μεγάλο βαθμό απέτυχαν να αλλάξουν το παραγωγικό πρότυπο, αναπτύσσοντας βασικούς βιομηχανικούς κλάδους πέρα από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα ορυκτά, ενώ ο έλεγχος νευραλγικών τομέων, όπως ο διατροφικός, τα μέσα ενημέρωσης κ.α. έμεινε στα χέρια των ολιγαρχών, που έχασαν την κεντρική πολιτική εξουσία, αλλά όχι και την οικονομική. Τα όρια του «σοσιαλισμού της πετρελαϊκής ρέντας» έγιναν ορατά όταν τελείωσε το πάρτι των υψηλών τιμών του πετρελαίου (και άλλων πρώτων υλών) με τα γνωστά αποτελέσματα.
Αν μια αυριανή, λαϊκή εξουσία στην Ελλάδα, υπό την πίεση της ανάγκης για άμεση ανακούφιση των φτωχότερων στρωμάτων, περιοριστεί σε μέτρα αναδιανομής χωρίς να θίξει την παραγωγική διάρθρωση, θα χρεωθεί έναν βαρύτατο κλονισμό του ομαλού, κοινωνικού μεταβολισμού και μια οικονομική αποδιοργάνωση, δημιουργώντας άθελά της ιδεώδεις συνθήκες για την πολιτική αντίδραση. Επομένως, αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ένας μακροσκελής κατάλογος μαξιμαλιστικών, συνδικαλιστικού τύπου εξαγγελιών (για αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, φιλολαϊκή φορολογία κλπ) αλλά τις αδρές γραμμές ενός μεγάλου σχεδίου παραγωγικού μετασχηματισμού.
Ένα παρόμοιο σχέδιο οφείλει να μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την κατανάλωση στην παραγωγή, από τις υπηρεσίες στον πρωτογενή και κυρίως τον δευτερογενή τομέα, από τις πειρατικές ιδιωτικοποιήσεις στις δημόσιες επενδύσεις, από τη συντριβή του κόστους εργασίας στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας, από τα φαραωνικά έργα σε μια ανάπτυξη κατά προτίμηση τοπικής κλίμακας, φιλική προς το περιβάλλον. Η εκπόνησή του δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο των αριστερών οικονομολόγων, αλλά προϋποθέτει τη δημιουργική εμπλοκή όλων των σκεπτόμενων και μαχόμενων αριστερών, σε κλαδικό και τοπικό επίπεδο.
5. Η ανατροπή του μνημονιακού καθεστώτος μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από ένα ευρύ, ενιαίο μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, για τη συγκρότηση του οποίου αγωνίζεται η ΛΑΕ.
Τα μνημόνια δεν αποτελούν απλώς ένα σύνολο μέτρων συρρίκνωσης των λαϊκών εισοδημάτων, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ανορθωθούν σε μια επόμενη, ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου. Στο σύνολό τους, διαμορφώνουν ένα επαχθές καθεστώς αποδόμησης- εξατομίκευσης της εργατικής τάξης, βίαιης προλεταριοποίησης μεσαίων στρωμάτων, εκποίησης του δημόσιου πλούτου και θωράκισης της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας, που μετατρέπουν τη δημοκρατία και την εθνική κυριαρχία σε άδειο κέλυφος. Επομένως, η αντίθεση ανάμεσα στο μνημονιακό καθεστώς και στα πληττόμενα λαϊκά στρώματα που εκπροσωπούν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού συνιστά την κυρίαρχη αντίθεση στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και δεν μπορεί παρά να αποτελεί την αιχμή του δόρατος μιας Αριστεράς που εννοεί να είναι επικίνδυνη για το σύστημα.
Σ’αυτό το φόντο, η ίδια η μνημονιακή πραγματικότητα πιέζει προς τη δημιουργία κοινού μετώπου της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων, παλιών και νέων (αγρότες, επαγγελματίες από τη μια πλευρά, μισθωτά μεσαία στρώματα από την άλλη). Η υποτίμηση αυτής της ανάγκης στο όνομα της «εργατικής πολιτικής» δεν προσφέρει υπηρεσίες παρά μόνο στον αντίπαλο. Είναι άλλωστε γνωστό ότι οι πρώτοι διδάξαντες του εργατισμού ήταν δεξιά ρεύματα της γερμανικής και της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, που υπέστησαν τη δικαιολογημένη πολεμική του Λένιν, καθώς στην πράξη παραχωρούσαν την ηγεμονία του ευρύτερου δημοκρατικού- αντιιμπεριαλιστικού αγώνα στην αστική τάξη. Κάτι ανάλογο ισχύει για τη σύγχρονη Ελλάδα, μια χώρα στην οποία τα μικροαστικά στρώματα έχουν, για ιστορικούς λόγους, αυξημένο ειδικό βάρος, συμπιέζονται ή και αφανίζονται εν μέρει από το μνημονιακό καθεστώς και μπορούν να κερδηθούν, έστω με ταλαντεύσεις και παλινωδίες, σε μια λαϊκή συμμαχία εναντίον του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και της ξένης επιτροπείας.
Εννοείται ότι αυτό δεν μπορεί να ισχύει για εκείνους που ζουν κατά κύριο λόγο από την εκμετάλλευση εργατικής δύναμης και στελεχώνουν όχι τα μεσαία στρώματα, αλλά το κατώτερο (και πιο μαζικό) στρώμα στην πυραμίδα του κεφαλαίου. Εδώ μπορεί να γίνει λόγος μόνο για εκμετάλλευση και διεύρυνση των ρηγμάτων μέσα στους κόλπους του άρχοντος συνασπισμού, όχι για συμμαχία. Τα στρώματα αυτά, ακόμη κι όταν συμπιέζονται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο, διατηρούν μια ανάμνηση «ισχύος», «αφεντικού», γιαυτό είναι ευεπίφορα σε αντιδραστικά ιδεολογήματα (ρατσισμό, εθνικισμό, σεξισμό κ.α.) που συντηρούν τη φαντασίωση της «ανωτερότητας» απέναντι σε κάποιους «κατώτερους». Φυσικά, μια αυριανή, λαϊκή εξουσία όχι μόνο δεν θα σπεύσει να απαλλοτριώσει τους μικρούς καπιταλιστές στη δύσκολη και παρατεταμένη μεταβατική περίοδο (κάτι τέτοιο θα ήταν αυτοχειριαστική ανοησία), αλλά και θα τους προσφέρει κάποια φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα, στο βαθμό που σέβονται το εργασιακό δίκαιο και το περιβάλλον, προκειμένου να απορροφηθεί η ανεργία και να ενισχυθεί η απασχόληση. Άλλο όμως ένας επιβεβλημένος από τις συνθήκες οικονομικός συμβιβασμός, κι άλλο μια αδιανόητη κοινωνική και πολιτική συμμαχία.
Η προώθηση μιας τέτοιας λαϊκής συμμαχίας δεν μπορεί να στηριχτεί μόνο στα (καθ’ όλα αναγκαία) βήματα κοινής δράσης στο κινηματικό πεδίο. Προϋποθέτει και τη συγκρότηση ενός δυναμικού, ενιαίου μετώπου των ριζοσπαστικών, αντιμνημονιακών δυνάμεων. Η ΛΑΕ οφείλει να επιμείνει στην κοινή δράση και την πολιτική συμπόρευση με αριστερές και προοδευτικές κινήσεις και δικτυώσεις που διαχωρίστηκαν από την ταπεινωτική συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΚΚΕ (παρά τις γνωστές δυσκολίες) και άλλες προοδευτικές, αντιμνημονιακές δυνάμεις που έχουν ήδη διαμορφωθεί ή μπορεί να διαμορφωθούν αύριο.
Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει αριστερή δύναμη που μη διακηρύσσει κάποιου είδους «μέτωπο». Εξίσου αλήθεια είναι ότι, αρκετές από αυτές, εννοούν «μέτωπο γύρω από τον εαυτό μου». Κατά τον ίδιο τρόπο, πολλοί θα διακηρύξουν ότι χρειάζεται μια πραγματική επανίδρυση της Αριστεράς και μια σε βάθος αυτοκριτική της μέχρι τώρα πορείας. Στην πράξη, όμως, αρκετοί θα εννοούν ότι είναι όλοι οι υπόλοιποι που πρέπει να κάνουν αυτοκριτική (αν όχι και πολιτικό χαρακίρι) και ότι η ποθητή επανίδρυση πρέπει να γίνει στο έδαφος των δικών τους θέσεων και μόνο. Η ΛΑΕ καλείται να αποδείξει ότι, αν μη τι άλλο, μπορεί να συμβάλει θετικά σε μια αναγκαία «πολιτιστική επανάσταση» στην ελληνική Αριστερά, ξεφεύγοντας από την αρχαία σκουριά του κομματικού ή προσωπικού ναρκισισμού, που δεν εκφράζει, σε τελική ανάλυση, τίποτα περισσότερο από την επίδραση της μικροαστικής ιδεολογίας, της νοοτροπίας του μικρού αφεντικού, μέσα στο εργατικό και το αριστερό κίνημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου